Ο πρωθυπουργός του Καναδά Μαρκ Κάρνεϊ βρίσκεται ένα βήμα πριν εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία μέσω τριών αναπληρωματικών εκλογών. Η επιτυχία του όμως θα κριθεί από την ικανότητά του να απαντήσει στην ακρίβεια και στις σχέσεις με τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ.
Ο Καναδάς βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη καμπή, καθώς οι αναπληρωματικές εκλογές της Δευτέρας σε τρεις εκλογικές περιφέρειες μπορούν να μετατρέψουν την κυβέρνηση μειοψηφίας του Μαρκ Κάρνεϊ σε οριακή πλειοψηφία. Για τον πρώην κεντρικό τραπεζίτη, που μέσα σε έναν χρόνο μετατράπηκε από πολιτικό νεοφώτιστο σε πρωθυπουργό, η πιθανή νίκη δεν είναι το τέλος, αλλά η αρχή μιας δύσκολης περιόδου διακυβέρνησης.
Από τεχνοκράτης σε πολιτικό πόλο έλξης
Ο Κάρνεϊ ανήλθε στην εξουσία εκμεταλλευόμενος την κόπωση από την εποχή Τριντό και, κυρίως, την οργή των Καναδών για την επιθετική ρητορική του Ντόναλντ Τραμπ περί προσάρτησης και δασμών σε καναδικά προϊόντα. Το προφίλ του ως πρώην διοικητή κεντρικών τραπεζών δύο χωρών της G7 και οι διεθνείς διασυνδέσεις του τον παρουσίασαν ως τον άνθρωπο που μπορεί να «διαβάσει» τις αγορές και να αντιμετωπίσει τον αμερικανικό οικονομικό εθνικισμό.
Έκτοτε αποδείχθηκε ικανός παίκτης στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, προσελκύοντας βουλευτές τόσο από τους Συντηρητικούς όσο και από τους Νέους Δημοκράτες. Η διεύρυνση αυτή μετατρέπει το Φιλελεύθερο Κόμμα σε «μεγάλη σκηνή», αλλά ταυτόχρονα δημιουργεί τριβές, καθώς η ενσωμάτωση πιο συντηρητικών φωνών προκαλεί δυσφορία στην αριστερή βάση.
Οι αναπληρωματικές εκλογές ως τεστ εμπιστοσύνης
Κομβική είναι η μάχη σε δύο παραδοσιακά φιλελεύθερες περιφέρειες στο Τορόντο, μια από τις πιο πολυπολιτισμικές μητροπόλεις παγκοσμίως. Στο κέντρο της πόλης, η γιατρός Ντανιέλ Μάρτιν –γνωστή από την υπεράσπιση του καναδικού συστήματος υγείας στην αμερικανική Γερουσία– επιχειρεί να κρατήσει την έδρα University-Rosedale για τους Φιλελεύθερους, συνδέοντας ζητήματα όπως η στέγαση και η οικονομία με τη δημόσια υγεία.
Στο Scarborough-Southwest, η Ντόλι Μπέγκουμ, πρώην αναπληρώτρια ηγέτις του επαρχιακού Νέου Δημοκρατικού Κόμματος και έντονα φιλοπαλαιστινιακή φωνή, διεκδικεί την ομοσπονδιακή έδρα πλέον με τα χρώματα των Φιλελευθέρων. Η μετακίνησή της προκάλεσε αίσθηση και ενισχύει την εικόνα του Κάρνεϊ ως ηγέτη με επιρροή τόσο προς τα δεξιά όσο και προς τα αριστερά.
Ακρίβεια, δασμοί Τραμπ και το όριο της υπομονής
Παρά τη δημοσκοπική υπεροχή –περίπου 49% έναντι 35% των Συντηρητικών– η καθημερινότητα των πολιτών γίνεται ολοένα πιο σκληρή. Οι τιμές βασικών τροφίμων, όπως τα αυγά, το κοτόπουλο και το βοδινό, έχουν αυξηθεί θεαματικά από το 2018, ενώ οι μισθοί δεν ακολουθούν. Στις εργατικές γειτονιές του Τορόντο, όπου τα εισοδήματα είναι πολύ χαμηλότερα από τον μέσο όρο της πόλης, η ακρίβεια κυριαρχεί στις συζητήσεις περισσότερο ακόμη και από τους δασμούς του Τραμπ.
Ο Κάρνεϊ είχε δεσμευθεί ότι θα διαπραγματευθεί νέα διμερή εμπορική συμφωνία με τις ΗΠΑ έως τον Ιούλιο του 2025, υπόσχεση που δεν έχει υλοποιηθεί. Τα αμερικανικά μέτρα σε χάλυβα, αλουμίνιο, ξυλεία και αυτοκινητοβιομηχανία συνεχίζουν να πιέζουν την καναδική οικονομία, ενώ ένα σημαντικό τμήμα της κοινωνίας εμφανίζεται πλέον λιγότερο φοβισμένο για ενδεχόμενη λήξη της συμφωνίας ΗΠΑ–Μεξικού–Καναδά, σε αντίθεση με τον επιχειρηματικό κόσμο.
Πλειοψηφία, θεσμοί και ο πειρασμός της ισχύος
Μια καθαρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία θα έδινε στον Κάρνεϊ τη δυνατότητα να ελέγχει περισσότερο τις κοινοβουλευτικές επιτροπές, να επιταχύνει τη νομοθετική διαδικασία και να προχωρήσει σε ανασχηματισμό με στόχο την προώθηση της ατζέντας του. Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι ορισμένες προτάσεις του για αλλαγές στους κανόνες της Βουλής έχουν «αυταρχική απόχρωση», εντείνοντας τον διάλογο για την ισορροπία μεταξύ αποτελεσματικότητας και κοινοβουλευτικής δημοκρατίας.
Παράλληλα, ο Κάρνεϊ επιχειρεί να τοποθετήσει τον Καναδά στον πυρήνα ενός νέου μπλοκ «μεσαίων δυνάμεων», όπως διακήρυξε στο Νταβός, καλώντας σε μια νέα παγκόσμια τάξη πέραν των υπερδυνάμεων. Ωστόσο, για τους ψηφοφόρους του Τορόντο, η τιμή της βενζίνης και του σούπερ μάρκετ είναι πιο πιεστική από τις γεωπολιτικές φιλοδοξίες.
Η σχέση του με τον Τραμπ, που συνδυάζει δημόσιες αντιπαραθέσεις με ιδιωτικά κανάλια επικοινωνίας, παραμένει κεντρικό στοιχείο της εξωτερικής του πολιτικής. Προς το παρόν, οι Καναδοί δείχνουν διατεθειμένοι να του αναγνωρίσουν ότι διαχειρίζεται μια εξαιρετικά περίπλοκη συγκυρία. Το αν η υπομονή αυτή θα διαρκέσει, θα αρχίσει να φαίνεται από το αποτέλεσμα των αναπληρωματικών εκλογών.
Σχόλιο
: Η περίπτωση Κάρνεϊ δείχνει πώς ένας τεχνοκράτης μπορεί να κεφαλαιοποιήσει τη διεθνή κρίση και την αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ για να οικοδομήσει πολιτικό κεφάλαιο. Αν εξασφαλίσει πλειοψηφία, το πραγματικό στοίχημα θα είναι αν μπορεί να μετατρέψει τη «γλώσσα των αγορών» σε απτά οφέλη για τα νοικοκυριά, χωρίς να διαβρώσει τους θεσμούς στο όνομα της αποτελεσματικότητας. Εκεί θα κριθεί αν ο Καναδάς παραμένει πρότυπο φιλελεύθερης δημοκρατίας ή γλιστρά σε μια πιο συγκεντρωτική εκδοχή εξουσίας με τεχνοκρατικό μανδύα.






