Σαφές μήνυμα προς την Αθήνα έστειλε η Λάουρα Κοβέσι από το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, θέτοντας στο επίκεντρο τους Έλληνες Ευρωπαίους εισαγγελείς, την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και τις άρσεις ασυλίας βουλευτών.
Με αιχμηρές διατυπώσεις και σαφή πολιτικο-θεσμικά μηνύματα, η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Λάουρα Κοβέσι, από το 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, έθεσε ενώπιον της ελληνικής πολιτείας και Δικαιοσύνης το τρίπτυχο: ανανέωση των Ελλήνων Ευρωπαίων εισαγγελέων, υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και διαχείριση των δικογραφιών με πολιτικά πρόσωπα.
Σύγκρουση για τους Έλληνες Ευρωπαίους εισαγγελείς
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής της ήταν η ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εντεταλμένων εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η Κοβέσι υπογράμμισε ότι το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει ήδη αποφασίσει την ανανέωση, ακολουθώντας την ίδια διαδικασία που εφαρμόστηκε για πάνω από 100 εισαγγελείς σε 22 κράτη-μέλη, απόφαση που «δεν μπορεί να αμφισβητηθεί».
Διευκρίνισε ότι μόνο το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στο Λουξεμβούργο μπορεί να ελέγξει τη νομιμότητα της απόφασης, καλώντας όσους διαφωνούν «να προσφύγουν εκεί». Για την Ελλάδα, εξήγησε ότι λόγω του τρόπου ενσωμάτωσης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στο εθνικό δίκαιο, απαιτείται επιπλέον διοικητικό βήμα από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο, δηλώνοντας ωστόσο: «Εμπιστεύομαι απόλυτα ότι θα λάβει τη σωστή απόφαση».
ΟΠΕΚΕΠΕ και διαφθορά: «Ακρωνύμιο για νεποτισμό»
Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η Κοβέσι επανέλαβε την ιδιαίτερα σκληρή φράση της: «Ο ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ακρωνύμιο για διαφθορά, νεποτισμό και πελατειακές σχέσεις». Απέρριψε κατηγορηματικά τις αιτιάσεις ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χειρίστηκε την υπόθεση «σε δόσεις», σημειώνοντας πως οι επιθέσεις στο έργο της αποτελούν προσπάθεια μετατόπισης της συζήτησης: «Ο θόρυβος δεν αφορά την ανανέωση της θητείας, αλλά τι συνέβη στον ΟΠΕΚΕΠΕ».
Παράλληλα ανέδειξε το ζήτημα των περιορισμένων πόρων: δύο εισαγγελείς και ένας αστυνομικός καλούνται να αξιολογήσουν χιλιάδες έγγραφα και εκατοντάδες παρακολουθήσεις. Μετά τη συνάντησή της με τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη Μιχάλη Χρυσοχοΐδη, ανέφερε ότι υπάρχει συμφωνία για ενίσχυση με περισσότερους αστυνομικούς.
Άρση ασυλίας, πολιτικά πρόσωπα και μήνυμα προς Αθήνα
Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας χαιρέτισε την άρση ασυλίας για 13 βουλευτές, τονίζοντας ότι αυτό «δείχνει πως όλοι θέλουν να μάθουν τι συνέβη». Διευκρίνισε όμως πως η άρση ασυλίας δεν συνιστά απαγγελία κατηγορίας ή καταδίκη, αλλά υποχρεωτικό διαδικαστικό βήμα για να συλλεγούν ακόμη και αθωωτικά στοιχεία.
Αναφερόμενη στην κριτική ότι εμπλέκονται πολιτικοί για «διαμεσολάβηση» μεταξύ πολιτών και αρχών, απάντησε: «Όσα αναφέρονται στη δικογραφία ορίζονται ως εγκλήματα σε όλες τις χώρες-μέλη. Κανείς στον κόσμο δεν θα με πείσει ότι αυτά αποτελούν μέρος της δουλειάς των πολιτικών».
Η Κοβέσι ευθυγραμμίστηκε με τη θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη για επιτάχυνση των διαδικασιών σε δικογραφίες με πολιτικά πρόσωπα, σημειώνοντας ότι είχε σχετική συζήτηση με τον υπουργό Δικαιοσύνης και «καλωσορίζει» νομοθετικές αλλαγές που θα επιταχύνουν τις έρευνες.
Κόπωση από τη φράση «έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα»
Σε ένα από τα πιο ηχηρά της σχόλια, δήλωσε: «Κουράστηκα να ακούω “έτσι κάνουμε τα πράγματα στην Ελλάδα”. Αλήθεια; Δεν νομίζω». Περιέγραψε παράδειγμα παλαιότερης νομοθεσίας, όπου ο δράστης οικονομικής απάτης μπορούσε να επιστρέψει τα χρήματα και να αποφύγει συνέπειες, επισημαίνοντας ότι ο νόμος αυτός έχει πλέον αλλάξει.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε, οι ελληνικές υποθέσεις αντιστοιχούν στο 5% του συνολικού φόρτου εργασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με τον αριθμό νέων υποθέσεων στη χώρα να έχει διπλασιαστεί, ένδειξη –όπως είπε– αυξημένης εμπιστοσύνης των πολιτών στον θεσμό. «Δεν υπάρχει καθαρή χώρα», τόνισε, προειδοποιώντας ότι η απόκρυψη της «βρωμιάς κάτω από το χαλί» δεν καθιστά καμία κοινωνία πραγματικά καθαρή.
Σχόλιο
: Η Κοβέσι χρησιμοποιεί την ελληνική υπόθεση ως υπόδειγμα σύγκρουσης μεταξύ ευρωπαϊκών θεσμών, εθνικών αντιστάσεων και παγιωμένων πελατειακών πρακτικών. Η σαφής στήριξη στους Έλληνες Ευρωπαίους εισαγγελείς, η επιμονή στην υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ και η πίεση για επιτάχυνση των δικογραφιών με πολιτικά πρόσωπα αυξάνουν το θεσμικό κόστος για την Αθήνα αν επιλέξει υπαναχωρήσεις. Ταυτόχρονα, η ανάδειξη της έλλειψης πόρων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία φωτίζει το κενό ανάμεσα στη ρητορική για καταπολέμηση της διαφθοράς και την πραγματική χρηματοδότηση των ελεγκτικών μηχανισμών.






