Ο υπουργός Εξωτερικών του Λιβάνου Γιουσέφ Ράτζι αμφισβητεί δημόσια το αφήγημα της Χεζμπολάχ περί «νίκης». Θέτει ως προτεραιότητα τη διασφάλιση των εθνικών συμφερόντων έναντι εξωτερικών επιρροών.
Ο υπουργός Εξωτερικών του Λιβάνου Γιουσέφ Ράτζι, με σειρά παρεμβάσεών του στην πλατφόρμα X, δήλωσε ότι η Χεζμπολάχ «δεν μπορεί να συνεχίσει να πουλά την ψευδαίσθηση της νίκης». Οι δηλώσεις του έγιναν ενώ ισχύει μια εύθραυστη εκεχειρία με το Ισραήλ, με τις στρατιωτικές εντάσεις να μην έχουν πλήρως εκτονωθεί στα σύνορα.
Η πραγματικότητα των κατεστραμμένων νότιων περιοχών
Ο Ράτζι αναφέρθηκε ειδικά στα χωριά του νοτίου Λιβάνου, τα οποία έχουν υποστεί εκτεταμένες καταστροφές από τις συγκρούσεις. Όπως υπογράμμισε, η εικόνα των κατεστραμμένων οικισμών συνιστά «υλική διάψευση» κάθε αφήγησης περί στρατιωτικής επιτυχίας. Κατά την εκτίμησή του, η λιβανική κοινωνία πληρώνει δυσανάλογο τίμημα για συγκρούσεις που εξυπηρετούν στόχους πέραν των εθνικών της συμφερόντων.
Στο πλαίσιο αυτό, ζήτησε «γενναία εθνική επαναξιολόγηση» της στρατηγικής ασφάλειας της χώρας. Η τοποθέτηση αφήνει να εννοηθεί ανάγκη επαναπροσδιορισμού του ρόλου των ένοπλων μη κρατικών δρώντων, καθώς και της σύνδεσης της λιβανικής ασφάλειας με περιφερειακές αντιπαραθέσεις.
Αποσύνδεση από την ιρανική διαπραγματευτική ατζέντα
Ο Λιβανέζος ΥΠΕΞ επεσήμανε ότι τα συμφέροντα του Λιβάνου δεν πρέπει να παραμένουν «όμηρος των ιρανικών διαπραγματεύσεων». Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται ως σαφές μήνυμα ότι η Βηρυτός οφείλει να ανακτήσει μεγαλύτερο βαθμό αυτονομίας στη χάραξη εξωτερικής και αμυντικής πολιτικής.
Η κριτική αυτή αγγίζει τον πυρήνα της επιρροής της Τεχεράνης μέσω της Χεζμπολάχ, η οποία έχει διαμορφώσει σε μεγάλο βαθμό το πλαίσιο σύγκρουσης με το Ισραήλ. Για τις λιβανικές θεσμικές δομές, η αποσύνδεση από διαπραγματεύσεις τρίτων θεωρείται προϋπόθεση για τη σταθεροποίηση της οικονομίας, την αποκατάσταση βασικών υποδομών και την επανεκκίνηση της επενδυτικής δραστηριότητας.
Διαπραγμάτευση με το Ισραήλ ως εργαλείο πολιτικής
Ο Ράτζι υποστήριξε ότι η διαπραγμάτευση με το Ισραήλ δεν είναι «ντροπή», εφόσον υπηρετεί σαφείς στόχους: τον τερματισμό της σύγκρουσης, την ανάκτηση εδαφών και την επίτευξη διαρκούς ειρήνης. Με τον τρόπο αυτό, μετατοπίζει τη δημόσια συζήτηση από το ιδεολογικό πεδίο στο επίπεδο της ρεαλιστικής αποτίμησης κόστους – οφέλους για το κράτος του Λιβάνου.
Η ρητορική αυτή ευθυγραμμίζεται με ένα τμήμα της λιβανικής πολιτικής ελίτ που επιδιώκει πιο θεσμική διαχείριση των θεμάτων ασφάλειας. Παράλληλα, στέλνει μήνυμα προς διεθνείς εταίρους ότι η Βηρυτός εξετάζει δρόμους αποκλιμάκωσης και ενσωμάτωσης σε ένα πλέγμα ρυθμισμένων σχέσεων ασφαλείας, υπό την προϋπόθεση σεβασμού των εσωτερικών πολιτικών ισορροπιών.
Εσωτερικό ρήγμα και διεθνής αξιοπιστία
Η δημόσια αμφισβήτηση της Χεζμπολάχ από εν ενεργεία υπουργό Εξωτερικών αναδεικνύει το διευρυνόμενο ρήγμα εντός του λιβανικού πολιτικού συστήματος. Σε ένα κράτος με περιορισμένη θεσμική ισχύ, η διάσταση απόψεων ανάμεσα στην κυβέρνηση και σε μια ισχυρή ένοπλη οργάνωση επηρεάζει άμεσα την αντίληψη διεθνούς κινδύνου.
Η εξέλιξη αυτής της αντιπαράθεσης θα κρίνει σε σημαντικό βαθμό την ταχύτητα ανοικοδόμησης του νότιου Λιβάνου, την πρόσβαση σε διεθνή χρηματοδοτικά εργαλεία και τη διαθεσιμότητα αναπτυξιακής βοήθειας. Εάν ενισχυθεί ο ρόλος των κρατικών θεσμών στη λήψη αποφάσεων για ασφάλεια και εξωτερική πολιτική, ο Λίβανος θα μπορούσε να βελτιώσει σταδιακά την πιστοληπτική του εικόνα και να περιορίσει το «ασφάλιστρο κινδύνου» που ενσωματώνεται σε κάθε οικονομική δραστηριότητα στη χώρα.
Σχόλιο
: Για την Ελλάδα, οποιαδήποτε εξέλιξη που μειώνει την ένταση στον Λίβανο επηρεάζει έμμεσα το συνολικό γεωπολιτικό ρίσκο της Ανατολικής Μεσογείου. Χαμηλότερη ένταση σημαίνει πιο προβλέψιμο περιβάλλον για ναυτιλία, ασφάλιστρα κινδύνου φορτίων και ενεργειακές ροές, με θετική αντανάκλαση στο κόστος κεφαλαίου για ελληνικούς ναυτιλιακούς και ενεργειακούς ομίλους. Παράλληλα, ένα σταδιακά πιο θεσμικά σταθερό πλαίσιο στον Λίβανο θα μπορούσε να ανοίξει παράθυρο συμμετοχής ελληνικών επιχειρήσεων σε έργα ανοικοδόμησης υποδομών, logistics και τηλεπικοινωνιών. Σε επίπεδο στρατηγικής εικόνας, η ενίσχυση κρατικών θεσμών έναντι μη κρατικών ένοπλων δρώντων στην περιοχή λειτουργεί υπέρ της ελληνικής θέσης ως πυλώνα σταθερότητας και ελκυστικού διαδρόμου για εμπορικές και επενδυτικές ροές προς τη Μέση Ανατολή.






