Η εκλογική ήττα του Βίκτορ Όρμπαν στην Ουγγαρία είναι ιστορική, αλλά δεν αρκεί για άμεση αποκατάσταση του κράτους δικαίου. Το πολωνικό προηγούμενο δείχνει πόσο χρονοβόρα και περίπλοκη είναι η αποδόμηση ενός εδραιωμένου αυταρχικού καθεστώτος.
Η εκλογική ανατροπή στην Ουγγαρία, με την ήττα του Βίκτορ Όρμπαν έπειτα από 16 χρόνια σχεδόν αδιάλειπτης κυριαρχίας, δικαίως χαρακτηρίζεται ιστορική. Η μαζική συμμετοχή, με συμμετοχή 79,5% και έντονη κινητοποίηση της νεολαίας, σηματοδοτεί μια σαφή λαϊκή εντολή για αλλαγή πορείας. Ο αρχιτέκτονας του ευρωπαϊκού «ανελεύθερου» μοντέλου, που υπονόμευσε το κράτος δικαίου, κατέστησε τη διαφθορά συστημική και συγκρούστηκε μετωπικά με την Ουκρανία και τους ευρωπαϊκούς θεσμούς, ηττήθηκε παρά τη στήριξη του Ντόναλντ Τραμπ και ενός απολύτως ελεγχόμενου μιντιακού περιβάλλοντος.
Ωστόσο, η πολιτική πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη από τον συμβολισμό της κάλπης. Όπως δείχνει η εμπειρία της Πολωνίας, η αποδόμηση ενός αυταρχικού συστήματος εξουσίας είναι πολύ δυσκολότερη και βραδύτερη διαδικασία από την εγκαθίδρυσή του.
Το πολωνικό προηγούμενο και το παράδοξο της μετάβασης
Η Πολωνία προσφέρει ένα διδακτικό παράδειγμα. Η εκλογική νίκη της συμμαχίας του Ντόναλντ Τουσκ επί του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη (PiS) το 2023 δημιούργησε κλίμα ευφορίας ανάλογο με το σημερινό ουγγρικό. Δύο και πλέον χρόνια μετά, όμως, το κράτος δικαίου δεν έχει αποκατασταθεί πλήρως, ενώ το PiS παραμένει η μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη και ελέγχει την προεδρία μέσω του Καρόλ Ναβρότσκι.
Αυτό το «πολωνικό παράδοξο» αναδεικνύει την εγγενή ένταση της μετάβασης: πώς μπορεί μια νέα, φιλελεύθερη κυβέρνηση να διορθώσει παράτυπες δικαστικές τοποθετήσεις και αποφάσεις της προηγούμενης δεκαετίας, χωρίς να παραβιάσει η ίδια την ασφάλεια δικαίου και τις δικονομικές εγγυήσεις; Η προσπάθεια αποκατάστασης της θεσμικής κανονικότητας σκοντάφτει στα όρια που θέτει η ίδια η δημοκρατική νομιμότητα.
Η βαθύτερη θεσμική αιχμαλωσία της Ουγγαρίας
Στην Ουγγαρία, το έργο του Πέτερ Μάγιαρ είναι ακόμη δυσκολότερο. Η εθνικο-λαϊκιστική παρένθεση της Πολωνίας διήρκεσε οκτώ χρόνια και το PiS δεν διέθετε την πλειοψηφία των δύο τρίτων για πλήρη συνταγματική αναθεώρηση. Ο Όρμπαν, αντιθέτως, αξιοποίησε την υπερπλειοψηφία του για να ενσωματώσει τον αυταρχισμό του στα ίδια τα θεμέλια του ουγγρικού κράτους.
Ο Μάγιαρ παραλαμβάνει ένα «αιχμαλωτισμένο» κράτος: πιστοί του προηγούμενου καθεστώτος είναι εγκατεστημένοι σε κρίσιμους θεσμούς, ενώ στρατηγικοί τομείς της οικονομίας και της κοινωνίας –από τα μέσα ενημέρωσης έως τις ιδιωτικοποιημένες πανεπιστημιακές δομές– ελέγχονται από φιλο-ορμπανική ολιγαρχία. Παρά τις δεσμεύσεις του για πάταξη της διαφθοράς και αποκατάσταση των σχέσεων με την Ευρώπη, καλείται να δράσει σε ένα περιβάλλον με υψηλό πληθωρισμό από το 2020 και χαμηλή δημοκρατική αξιολόγηση, που θα καθιστούσε τη σημερινή Ουγγαρία ακατάλληλη υποψήφια για ένταξη στην ΕΕ.
Η ήττα του Όρμπαν ήταν σε κάποιο βαθμό αναπόφευκτη, λόγω της φθοράς από τη μακρόχρονη παραμονή στην εξουσία και της αδυναμίας να υλοποιήσει τις μεγαλοϊδεατικές υποσχέσεις του. Είναι όμως ταυτόχρονα και ελλιπής: η αποδόμηση της κληρονομιάς του απαιτεί χρόνο, πολιτικό κεφάλαιο και συνεχή ευρωπαϊκή πίεση, ιδίως τώρα που ο Μάγιαρ διαθέτει την πλειοψηφία για συνταγματικές αλλαγές.
Ο παράγοντας Τραμπ και η ανθεκτικότητα του λαϊκισμού
Την κατάσταση περιπλέκει ο λεγόμενος «παράγοντας Τραμπ». Όπως στις ΗΠΑ, όπου ο τραμπισμός επιβιώνει και μετά την απώλεια της εξουσίας, έτσι και στην Ουγγαρία ο ορμπανισμός έχει ριζώσει βαθιά στην κοινωνία. Ο ίδιος ο Όρμπαν, μόλις 62 ετών, δηλώνει ότι «δεν τα παρατάμε ποτέ» και φαίνεται διατεθειμένος να περιμένει τα αναπόφευκτα λάθη και τις καθυστερήσεις της νέας κυβέρνησης, επενδύοντας στη διάψευση των υψηλών προσδοκιών των ψηφοφόρων.
Παράλληλα, η πρόσφατη αποτυχία της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία να περάσει συνταγματικό δημοψήφισμα για τη Δικαιοσύνη δείχνει ότι οι θεσμοί μπορούν ακόμη να λειτουργήσουν ως ανάχωμα. Όμως, όπως και στην Ιταλία, ο λαϊκισμός μπορεί να υποστεί μερικές ήττες χωρίς να χάνει την πολιτική του ισχύ. Οι αυταρχικές, εθνικολαϊκιστικές κινήσεις στην Ευρώπη αποδεικνύονται ανθεκτικές: μπορούν να ανακοπούν, αλλά σπάνια εξαλείφονται με ένα και μόνο πλήγμα.
Η ουγγρική κάλπη ήταν μια νίκη για τη δημοκρατία, όχι το τέλος της μάχης. Αν η κυβέρνηση Μάγιαρ δεν καταφέρει να ξεπεράσει τα νομικά και θεσμικά ναρκοπέδια που άφησε πίσω του ο Όρμπαν, το φάντασμα του παλαιού καθεστώτος –με συμμάχους σε Ουάσιγκτον και Μόσχα– θα παραμείνει παρόν και έτοιμο για επιστροφή.
Σχόλιο
: Η ουγγρική περίπτωση λειτουργεί ως κρίσιμο τεστ για την ικανότητα της ΕΕ να στηρίξει όχι μόνο την εκλογική εναλλαγή, αλλά τη βαθιά θεσμική ανασυγκρότηση μετά από χρόνια αυταρχικής διολίσθησης. Το μήνυμα προς τις ευρωπαϊκές δημοκρατίες, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, είναι σαφές: η άμυνα του κράτους δικαίου απαιτεί διαρκή εγρήγορση, ισχυρούς θεσμούς και κοινωνική αντοχή απέναντι στις εύκολες, αλλά επίμονες, σειρήνες του εθνικολαϊκισμού.
#Ουγγαρία #Ορμπαν #ΠετερΜαγιαρ #Πολωνια #ΕΕ #ΚρατοςΔικαιου #Λαϊκισμος






