Με ανάρτησή του ο Κωστής Χατζηδάκης υπερασπίζεται τη στρατηγική διάσωσης της ΔΕΗ και κατηγορεί τον Αλέξη Τσίπρα για «νοσταλγία» της χρεοκοπίας. Θέτει στο επίκεντρο τη σύγκρουση δύο διαφορετικών οικονομικών και ενεργειακών μοντέλων.
Σε υψηλούς τόνους ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Κωστής Χατζηδάκης επανέφερε στο προσκήνιο την υπόθεση της ΔΕΗ, απαντώντας σε πρόσφατες δηλώσεις του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα για την ενεργειακή πολιτική και τη διαχείριση της οικονομίας το 2015. Με εκτενή ανάρτησή του, ο κ. Χατζηδάκης παρουσιάζει τη δική του εκδοχή για την κατάσταση της ΔΕΗ το καλοκαίρι του 2019 και τη μετέπειτα πορεία της εταιρείας.
Η εικόνα της ΔΕΗ το 2019 και οι παρεμβάσεις
Ο Κωστής Χατζηδάκης περιγράφει ότι, όταν ανέλαβε το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η ΔΕΗ αποτελούσε «ωρολογιακή βόμβα», με σοβαρά ζητήματα βιωσιμότητας. Επικαλείται την έκθεση της Ernst & Young τον Απρίλιο του 2019, η οποία –όπως σημειώνει– έθετε ζήτημα συνέχισης της δραστηριότητας βάσει του νόμου περί Ανωνύμων Εταιρειών, με κρίσιμο ορόσημο την 23η Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ΔΕΗ είχε πάνω από 4 δισ. ευρώ δανεισμό που μπορούσε να καταστεί άμεσα απαιτητός, οφειλές άνω των 2,5 δισ. ευρώ σε προμηθευτές και καθημερινές ζημιές 3–5 εκατ. ευρώ. Η μετοχή είχε υποχωρήσει περίπου στο 1 ευρώ, ενώ η εταιρεία παρέμενε «κολλημένη» στον λιγνίτη με περιορισμένη παρουσία στις ΑΠΕ.
Ο κ. Χατζηδάκης υπενθυμίζει ότι η κυβέρνηση προχώρησε σε αλλαγή διοίκησης, έκτακτα μέτρα διάσωσης, κατάργηση των δημοπρασιών ΝΟΜΕ –που, όπως υποστηρίζει, ζημίωσαν τη ΔΕΗ κατά 600 εκατ. ευρώ– και ψήφιση νόμου που έδωσε στη ΔΕΗ μεγαλύτερη ευελιξία λειτουργίας σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού.
Σύγκρουση αφηγήσεων για ιδιωτικοποιήσεις και κερδοφορία
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στην αντίδραση του ΣΥΡΙΖΑ σε κρίσιμες αποφάσεις, όπως η ιδιωτικοποίηση του 49% του ΔΕΔΔΗΕ με έσοδα 2,1 δισ. ευρώ και η αύξηση μετοχικού κεφαλαίου το 2021, τις οποίες η τότε αντιπολίτευση χαρακτήρισε «ξεπούλημα». Ο ίδιος αντιτείνει ότι το Δημόσιο διατήρησε ουσιαστικά το μάνατζμεντ και ότι η αξία της συμμετοχής του έχει πολλαπλασιαστεί.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης σημειώνει ότι η χρηματιστηριακή αξία της ΔΕΗ από περίπου 300 εκατ. ευρώ το 2019 έχει φτάσει σε επίπεδα άνω των 7,5 δισ. ευρώ, ενώ το 35% που κατέχει σήμερα το Δημόσιο αποτιμάται σε περίπου 2,5 δισ. ευρώ, έναντι 150 εκατ. ευρώ τότε. Υποστηρίζει επίσης ότι τα μερίσματα που έχει εισπράξει το Δημόσιο ξεπερνούν την αξία της παλαιάς συμμετοχής του.
Παράλληλα, προβάλει τη διεύρυνση της δραστηριότητας της ΔΕΗ σε ΑΠΕ, δίκτυα, ηλεκτροκίνηση, τηλεπικοινωνίες και data centers, καθώς και την επέκταση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, παρουσιάζοντας την εταιρεία ως «εθνικό ενεργειακό πρωταθλητή».
Πολιτική αντιπαράθεση για το μοντέλο ανάπτυξης
Πέρα από τα οικονομικά στοιχεία, ο κ. Χατζηδάκης επιχειρεί να μετατρέψει τη ΔΕΗ σε σύμβολο της ευρύτερης σύγκρουσης για το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας. Αντιπαραβάλλει, όπως λέει, μια κυβέρνηση που εφαρμόζει «σύγχρονες πολιτικές», ενισχύει την οικονομία, προσελκύει επενδύσεις και στηρίζει την πράσινη μετάβαση, με μια αντιπολίτευση «καθηλωμένη σε ξεπερασμένες πολιτικές και ακραίες ιδεοληψίες».
Κλείνοντας, αφήνει αιχμές για «νοσταλγούς» της περιόδου 2015 και της τότε εικόνας της χώρας και της ΔΕΗ, υποστηρίζοντας ότι η πρόοδος δεν μπορεί να στηριχθεί σε «κραυγές και δημαγωγία», αλλά σε πολιτικές που ευθυγραμμίζονται με τις προηγμένες ευρωπαϊκές χώρες.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Χατζηδάκη δεν είναι απλώς μια προσωπική αντιπαράθεση με τον Αλέξη Τσίπρα, αλλά μια απόπειρα «κλείδωσης» της κυρίαρχης αφήγησης για τη ΔΕΗ ως success story της σημερινής κυβέρνησης. Η επίκληση συγκεκριμένων μεγεθών (χρέος, ζημιές, αποτίμηση, μερίσματα) στοχεύει να παγιώσει στην κοινή γνώμη ότι η στροφή σε πιο ιδιωτικοοικονομικό μοντέλο λειτουργίας όχι μόνο δεν απείλησε τον δημόσιο έλεγχο, αλλά αναβάθμισε την αξία του. Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση για τις ιδιωτικοποιήσεις και τις αυξήσεις κεφαλαίου προϊδεάζει για το ότι η ΔΕΗ θα παραμείνει κεντρικό πεδίο πολιτικής σύγκρουσης, ειδικά όσο η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί τεράστιους πόρους και δύσκολες επιλογές για το μείγμα αγοράς και κρατικής παρέμβασης.






