Αν κάποιος θέλει να καταλάβει πού παίζεται πραγματικά το παιχνίδι ανάμεσα στις United States και το Iran, πρέπει να αφήσει στην άκρη τα πυρηνικά και να κοιτάξει το ταμείο. Τα λεγόμενα “παγωμένα” assets του Ιράν, που ξεπερνούν τα 100 δισ. δολάρια, είναι ο βασικός μοχλός πίεσης και το πιο καθαρό διαπραγματευτικό εργαλείο σε αυτή τη φάση.
Πρόκειται για κεφάλαια που ανήκουν στο ιρανικό κράτος, κυρίως από έσοδα πετρελαίου, καταθέσεις και χρηματοοικονομικά προϊόντα, τα οποία βρίσκονται σε ξένες τράπεζες και δεν είναι προσβάσιμα λόγω κυρώσεων. Η κατάσταση αυτή δεν είναι καινούργια. Ξεκίνησε μετά την κρίση του 1979 και επανήλθε δυναμικά όταν οι ΗΠΑ αποχώρησαν από τη συμφωνία Joint Comprehensive Plan of Action, με απόφαση του Donald Trump. Από τότε, το οικονομικό “πάγωμα” λειτουργεί ως μόνιμο εργαλείο πίεσης.
Τα χρήματα αυτά δεν βρίσκονται σε ένα σημείο αλλά είναι διασκορπισμένα σε ένα ευρύ γεωγραφικό και τραπεζικό δίκτυο. Μεγάλο μέρος τους βρίσκεται στην Ασία, με την Κίνα να κρατά το μεγαλύτερο κομμάτι λόγω ενεργειακών συναλλαγών, ενώ σημαντικά ποσά βρίσκονται επίσης σε Ινδία και Ιράκ. Παράλληλα, κεφάλαια έχουν μεταφερθεί και δεσμευτεί σε χώρες όπως το Κατάρ, ενώ μικρότερα ποσά παραμένουν σε ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά κέντρα και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες. Στην πράξη, πρόκειται για ένα “παγκόσμιο ταμείο” που ανήκει στο Ιράν αλλά ελέγχεται από άλλους.
Για την Τεχεράνη, αυτά τα χρήματα δεν είναι απλώς ένα λογιστικό μέγεθος. Είναι ζήτημα επιβίωσης και επανεκκίνησης της οικονομίας. Η χώρα βρίσκεται υπό πίεση από χρόνια κυρώσεων, ενώ ο πόλεμος έχει επιβαρύνει δραματικά τις υποδομές και τα δημόσια οικονομικά. Η πρόσβαση σε αυτά τα κεφάλαια θα μπορούσε να σταθεροποιήσει το νόμισμα, να χρηματοδοτήσει την αποκατάσταση ενεργειακών και βιομηχανικών εγκαταστάσεων και να επιτρέψει την επανεκκίνηση βασικών τομέων της οικονομίας.
Από την άλλη πλευρά, για την Ουάσινγκτον τα assets αυτά είναι εργαλείο στρατηγικής πίεσης. Η απελευθέρωσή τους δεν είναι απλή οικονομική απόφαση αλλά πολιτική επιλογή υψηλού ρίσκου. Αν τα ξεπαγώσει πλήρως, χάνει το βασικό της διαπραγματευτικό χαρτί. Αν τα κρατήσει δεσμευμένα, διατηρεί τον έλεγχο αλλά αυξάνει τον κίνδυνο κλιμάκωσης. Το δίλημμα είναι καθαρό και δεν έχει εύκολη λύση.
Η αγορά και οι αναλυτές δεν περιμένουν μια πλήρη αποδέσμευση. Το πιο ρεαλιστικό σενάριο είναι μια μερική και ελεγχόμενη απελευθέρωση κεφαλαίων, με αυστηρούς όρους χρήσης και σταδιακή εφαρμογή. Ένα τέτοιο μοντέλο θα μπορούσε να λειτουργήσει ως ενδιάμεση λύση, δίνοντας ανάσα στην ιρανική οικονομία χωρίς να χαθεί πλήρως η πίεση από την πλευρά των ΗΠΑ.
Η ουσία είναι ότι τα “παγωμένα” assets του Ιράν αποτελούν σήμερα έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες στη γεωπολιτική εξίσωση. Δεν είναι απλώς οικονομικό ζήτημα αλλά εργαλείο ισχύος που επηρεάζει άμεσα τις διαπραγματεύσεις, την αγορά ενέργειας και τη σταθερότητα της περιοχής.







