Η επιτυχής αποστολή Artemis II αναζωπυρώνει τον συμβολισμό των επανδρωμένων πτήσεων, την ώρα που η τεχνολογία ρομπότ υπονομεύει το πρακτικό τους νόημα. Η συζήτηση για το αν αξίζει πλέον το κόστος και ο κίνδυνος για ανθρώπους στο Διάστημα γίνεται πιο επιτακτική.
Η πρόσφατη ολοκλήρωση της αποστολής Artemis II της NASA, με τετραμελές πλήρωμα σε τροχιά γύρω από τη Σελήνη, σηματοδοτεί την επιστροφή μιας «αποστολής τύπου Απόλλων» στις αρχές της δεκαετίας του 2020. Πίσω από τους πανηγυρισμούς, όμως, δύο κορυφαίοι αστροφυσικοί, ο Martin Rees και ο Donald Goldsmith, θέτουν ένα δυσάρεστο ερώτημα: μήπως η εποχή της επανδρωμένης εξερεύνησης του Διαστήματος οδεύει προς το τέλος της, καθώς τα ρομπότ γίνονται φθηνότερα, ασφαλέστερα και ολοένα πιο ικανά;
Κολοσσιαίο κόστος, περιορισμένο όφελος
Οι δαπάνες για το πρόγραμμα Artemis προσεγγίζουν ήδη τα 100 δισ. δολάρια, ενώ μόνο για τις αποστολές Artemis IV και V το Κογκρέσο έχει εγκρίνει περίπου 9,9 δισ. δολάρια. Και αυτά χωρίς να υπολογίζονται τα μελλοντικά κόστη για μόνιμη σεληνιακή βάση. Την ίδια στιγμή, η NASA αναγνωρίζει ότι τα στατιστικά δεδομένα για τους κινδύνους παραμένουν περιορισμένα: το Artemis II ήταν μόλις η δεύτερη εκτόξευση του συγκεκριμένου συστήματος και η πρώτη με ανθρώπινο πλήρωμα.
Επιστημονικά, η Σελήνη παραμένει εξαιρετικά πολύτιμος στόχος: προσφέρει «αρχαιολογικά» στοιχεία για τον σχηματισμό του Ηλιακού Συστήματος και, κατ’ επέκταση, για την ιστορία εξωπλανητών. Επιπλέον, η αθέατη πλευρά της μπορεί να λειτουργήσει ως ιδανική, ηλεκτρομαγνητικά «ήσυχη» βάση για τεράστιες συστοιχίες ραδιοτηλεσκοπίων. Όμως, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν για όλα αυτά χρειάζονται πραγματικά άνθρωποι επί τόπου ή αν τα ρομπότ μπορούν να αναλάβουν πλήρως το έργο.
Η εκρηκτική άνοδος της ρομποτικής και της τεχνητής νοημοσύνης
Τα παραδείγματα από τον Άρη είναι ενδεικτικά: τα ρομπότ Curiosity και Perseverance, όπως και τα κινεζικά αντίστοιχα, επιχειρούν επί χρόνια σχεδόν αδιάλειπτα, τροφοδοτούμενα απλώς από ηλιακή ενέργεια. Κάθε νέα γενιά αισθητήρων, ρομποτικής και τεχνητής νοημοσύνης αυξάνει την αυτονομία τους και μειώνει την ανάγκη για ανθρώπινη παρουσία. Σε ορίζοντα 10–20 ετών, οι συγγραφείς εκτιμούν ότι η ρομποτική εξερεύνηση της σεληνιακής επιφάνειας μπορεί να γίνει σχεδόν πλήρως αυτόνομη, από τη συλλογή δειγμάτων μέχρι την κατασκευή υποδομών ή την εξόρυξη σπάνιων υλικών.
Η εμπειρία των διαστημικών τηλεσκοπίων δείχνει την ίδια τάση. Το Hubble χρειάστηκε επανειλημμένες επανδρωμένες αποστολές για επισκευές και αναβαθμίσεις, όμως το πολύ πιο σύνθετο James Webb σχεδιάστηκε εξαρχής ως «μη επισκευάσιμο» και λειτουργεί σε τροχιά πολύ πιο μακριά από τη Σελήνη. Η επιτυχία του αποτελεί ισχυρό επιχείρημα ότι ακόμη και αποστολές υψηλότατου ρίσκου και κόστους μπορούν να υλοποιηθούν χωρίς ανθρώπινο πλήρωμα.
Γεωπολιτικό κύρος ή επιστήμη;
Παράλληλα, η Κίνα έχει αναδειχθεί σε κεντρικό παίκτη της σεληνιακής κούρσας, με σειρά επιτυχημένων ρομποτικών αποστολών Chang’e, συμπεριλαμβανομένης της πρώτης επιστροφής δειγμάτων από την αθέατη πλευρά της Σελήνης και σχεδίων για δοκιμαστική σεληνιακή βάση έως το 2028. Η προοπτική αποστολής Κινέζων αστροναυτών εντάσσεται σε μια ευρύτερη στρατηγική διεθνούς κύρους, όπως και οι αμερικανικές επανδρωμένες αποστολές.
Έτσι, η επανδρωμένη εξερεύνηση μοιάζει όλο και περισσότερο με «υπερπολυτελές άθλημα» με έντονο πολιτικό συμβολισμό, παρά με αναγκαίο εργαλείο επιστήμης. Οι Rees και Goldsmith αναγνωρίζουν τον υπαρξιακό δέος που βίωσαν οι αστροναύτες του Apollo 8 μπροστά στην εικόνα της «Ανατολής της Γης», αλλά υποστηρίζουν ότι η ανθρωπότητα δεν χρειάζεται πλέον να διακινδυνεύει ζωές και τεράστια κονδύλια για να αποκομίσει τα οφέλη της διαστημικής έρευνας.
Σχόλιο
: Η αντιπαράθεση ανάμεσα στο «ρομαντικό» όραμα του ανθρώπου στο Διάστημα και στη ρεαλιστική λογική κόστους–οφέλους θα ενταθεί τα επόμενα χρόνια. Καθώς η ρομποτική και η τεχνητή νοημοσύνη μειώνουν δραματικά το κόστος ανά επιστημονικό εύρημα, οι επανδρωμένες αποστολές θα πρέπει να δικαιολογήσουν την ύπαρξή τους κυρίως σε όρους γεωπολιτικού κύρους και ιδιωτικής πρωτοβουλίας, όχι δημόσιου χρήματος. Για χώρες όπως η Ελλάδα, το διακύβευμα δεν είναι η συμμετοχή σε επανδρωμένες πτήσεις, αλλά η έγκαιρη επένδυση σε τεχνολογίες διαστήματος, ρομποτικής και δεδομένων, που θα καθορίσουν τις βιομηχανίες του μέλλοντος.






