Οι Κώστας Τσιάρας και Γιάννης Κεφαλογιάννης ζητούν την άρση της βουλευτικής τους ασυλίας, προτάσσοντας τη θεσμική διαφάνεια και αρνούμενοι κάθε εμπλοκή. Η δικογραφία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ μετατρέπει μια υπόθεση αγροτικής ενίσχυσης σε ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας.
Σε κίνηση υψηλού πολιτικού ρίσκου αλλά και θεσμικού συμβολισμού προχωρούν οι πρώην υπουργοί Κώστας Τσιάρας και Γιάννης Κεφαλογιάννης, δηλώνοντας ότι ζητούν οι ίδιοι την άρση της βουλευτικής τους ασυλίας, στο πλαίσιο της υπό διερεύνηση υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Και οι δύο αρνούνται κατηγορηματικά οποιαδήποτε εμπλοκή σε αδικήματα, επιμένοντας ότι δεν υπάρχει στοιχείο που να τους συνδέει με παράνομες παρεμβάσεις.
Το αντικείμενο της έρευνας και η εκδοχή Τσιάρα
Η υπόθεση αφορά γεωργό που ενημερώθηκε πως ενδέχεται να αντιμετωπίσει ζήτημα σε πιθανό δειγματοληπτικό έλεγχο του 2021 για τη διατήρηση περιοχής οικολογικής εστίασης («πρασίνισμα»), λόγω ζημιών από τον μεσογειακό κυκλώνα «Ιανό». Σύμφωνα με τον Κώστα Τσιάρα, συνεργάτης του πολιτικού του γραφείου επικοινώνησε με τον ΟΠΕΚΕΠΕ αποκλειστικά για να διευκρινίσει τη νόμιμη διοικητική διαδικασία, χωρίς πίεση ή απόπειρα επηρεασμού.
Ο πρώην υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης επιμένει ότι η συζήτηση αφορούσε ενδεχόμενη απώλεια πράσινης ενίσχυσης ύψους 429,28 ευρώ, λόγω πιθανής μη επιλεξιμότητας δύο συγκεκριμένων περιοχών οικολογικής εστίασης. Υποστηρίζει ότι το ευρύτερο ποσό των 22.944 ευρώ, που αναφέρεται στη δικογραφία, αφορά το άθροισμα εννέα διαφορετικών κατηγοριών ετήσιων ενισχύσεων του γεωργού και δεν συνδέεται με το επίμαχο ζήτημα. Κατηγορεί όσους μιλούν για «υπόθεση μεγάλης οικονομικής διάστασης» ότι αγνοούν ή διαστρεβλώνουν το κανονιστικό πλαίσιο.
Η θέση Κεφαλογιάννη και οι πολιτικές προεκτάσεις
Ο Γιάννης Κεφαλογιάννης, πρώην υπουργός Πολιτικής Προστασίας, δηλώνει ότι σε μια δικογραφία χιλιάδων σελίδων «δεν υπάρχει ούτε μία δική μου συνομιλία ούτε ένα δικό μου μήνυμα» που να καταδεικνύει γνώση ή εμπλοκή του. Η κατηγορία, όπως λέει, στηρίζεται στην υπόθεση ότι πρώην συνεργάτης του, ο οποίος συνομιλούσε με τον τότε πρόεδρο του ΟΠΕΚΕΠΕ, ενεργούσε κατ’ εντολή του – κάτι που ο ίδιος αρνείται.
Ο Κεφαλογιάννης υπενθυμίζει ότι έθεσε την παραίτησή του στη διάθεση του Κυριάκου Μητσοτάκη από την υπουργική θέση και δηλώνει πως «αυτονοήτως» θα ζητήσει την άρση της βουλευτικής του ασυλίας, επικαλούμενος τον «αξιακό» του κώδικα. Η στάση των δύο πρώην υπουργών επιχειρεί να στείλει μήνυμα θεσμικής διαφάνειας, ωστόσο αναδεικνύει και την αυξανόμενη πίεση που ασκούν οι ευρωπαϊκοί ελεγκτικοί μηχανισμοί στη διαχείριση των αγροτικών ενισχύσεων στην Ελλάδα.
Πέρα από τη δικαστική έκβαση, η υπόθεση αγγίζει το ζήτημα της σχέσης πολιτικών γραφείων με τη διοίκηση, καθώς και τα όρια της «εξυπηρέτησης» αιτημάτων πολιτών σε ένα σύστημα επιδοτήσεων που παραμένει περίπλοκο και συχνά αδιαφανές.
Σχόλιο
: Η δημόσια παραίτηση από την ασυλία λειτουργεί ως κίνηση πολιτικής αυτοπροστασίας και όχι μόνο διαφάνειας: αν η Δικαιοσύνη δεν επιβεβαιώσει σοβαρή εμπλοκή, οι δύο πρώην υπουργοί θα επιχειρήσουν να κεφαλαιοποιήσουν το αφήγημα «δεν κρυφτήκαμε πίσω από προνόμια». Αντίθετα, τυχόν επιβάρυνση από τα ευρήματα της έρευνας θα ενισχύσει την κριτική για συστημική σύγχυση μεταξύ πολιτικής επιρροής και διοικητικής ουδετερότητας στη διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων.






