Η ελληνική αγορά μετοχών έχει ανακάμψει αισθητά από τα χαμηλά της πολεμικής έκρηξης, επιβεβαιώνοντας την ιστορική ανθεκτικότητα των χρηματιστηρίων. Πρωταγωνιστές της ανόδου οι τράπεζες και τίτλοι ενέργειας, με ισχυρή στήριξη από ξένους οίκους.
Η συμπεριφορά του Χρηματιστηρίου Αθηνών στις εβδομάδες που ακολούθησαν την έναρξη του πολέμου επιβεβαιώνει το ιστορικό μοτίβο των αγορών: έντονο αρχικό σοκ, αλλά γρήγορη επιστροφή σε ανοδική τροχιά. Την ώρα που ο παγκόσμιος δείκτης S&P 500 καταγράφει νέα ιστορικά υψηλά, η ελληνική αγορά έχει πραγματοποιήσει ισχυρό ριμπάουντ από τα χαμηλά της περιόδου κλιμάκωσης των συγκρούσεων.
Η ιστορική εμπειρία των αγορών σε περιόδους πολέμου
Τα γεωπολιτικά σοκ, όπως επισημαίνουν αναλυτές και η Goldman Sachs, προκαλούν βραχυπρόθεσμα sell-off αλλά σπάνια ανατρέπουν τη μακροπρόθεσμη τάση. Μελέτες σε περισσότερες από 18 σημαντικές «πράξεις πολέμου» από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως το 2022 δείχνουν ότι ο S&P 500 σημείωσε κατά μέσο όρο πτώση 6,2%, με τις απώλειες να καλύπτονται συνήθως εντός περίπου 30 συνεδριάσεων. Η κλασική ρήση «οι αγορές αναρριχώνται στο τείχος της ανασφάλειας» επιβεβαιώνεται και στην τρέχουσα συγκυρία, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν την αβεβαιότητα και τοποθετούνται πριν ακόμη λήξουν οι συγκρούσεις.
Ενδεικτική είναι η συσχέτιση με την πορεία του πετρελαίου: ιστορικά, τα χαμηλά των χρηματιστηριακών δεικτών συμπίπτουν με τα υψηλά του brent. Όταν η τιμή του πετρελαίου εκτινάχθηκε κοντά στα 120 δολάρια, ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε τα ενδοσυνεδριακά χαμηλά του, για να ακολουθήσει στη συνέχεια σταδιακή ανάκαμψη.
Ριμπάουντ κεφαλαιοποίησης και οι μετοχές που ξεχώρισαν
Από τα χαμηλά των αρχών Μαρτίου έως το κλείσιμο της Πέμπτης 16/4, η ελληνική αγορά έχει ενισχυθεί κατά 13,36%, με τη συνολική κεφαλαιοποίηση να αυξάνεται κατά 22,63 δισ. ευρώ. Ο τραπεζικός δείκτης κερδίζει 20,05%, η υψηλή κεφαλαιοποίηση 13,91% και η μεσαία 11,74%. Από τις μετοχές της μεγάλης κεφαλαιοποίησης, τη μεγαλύτερη αντίδραση από τα χαμηλά της 30ής Μαρτίου καταγράφουν η Πειραιώς, η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, η Alpha Bank, η Eurobank, η Viohalco, η Elvalhalcor, η Aktor και η Aegean Airlines, με διψήφιες αποδόσεις. Ακολουθούν Εθνική, Κύπρου, Σαράντης, Metlen, Optima Bank και ΟΤΕ, ενώ θετικά, αλλά ηπιότερα, κινούνται ΔΕΗ, Τιτάν, Jumbo, Lamda Development, ΟΛΠ, Coca Cola HBC, ΔΑΑ, Allwyn, ΕΥΔΑΠ, ΕΛΠΕ και Motor Oil.
Σε σύγκριση με τη συνεδρίαση της 27ης Φεβρουαρίου, δηλαδή την έναρξη των συγκρούσεων, ο Γενικός Δείκτης υποχωρεί οριακά μόλις 0,12%, ο τραπεζικός ενισχύεται 2,08% και η συνολική κεφαλαιοποίηση είναι κατά 5,57 δισ. ευρώ υψηλότερη. Ο βασικός δείκτης απέχει περίπου 5,5% από τα υψηλά έτους στις 2.407,07 μονάδες (4/2/2026), γεγονός που υποδηλώνει μερική αλλά όχι πλήρη αποκατάσταση των απωλειών.
Οι ελληνικές τράπεζες στο επίκεντρο του ξένου ενδιαφέροντος
Καθοριστικό ρόλο στην ανάκαμψη διαδραματίζει ο τραπεζικός κλάδος. Ξένοι επενδυτικοί οίκοι, όπως η UBS και η HSBC, δηλώνουν «αγοραστές» των μετοχών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, θεωρώντας ότι, παρά το ριμπάουντ, οι αποτιμήσεις παραμένουν ελκυστικές. Η Deutsche Bank διατηρεί θετική στάση και αναβαθμίζει τις τιμές στόχους, ενώ η Goldman Sachs υπογραμμίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται σε ισχυρή θέση, με ανθεκτική πιστωτική ζήτηση, αυξημένη κεφαλαιακή ευελιξία και χαμηλότερη έκθεση σε ενεργειακά σοκ σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωζώνης.
Οι ελληνικές τράπεζες διαπραγματεύονται περίπου στις 6,5 φορές τα εκτιμώμενα κέρδη του 2027, όταν ο αντίστοιχος ευρωπαϊκός μέσος όρος κινείται κοντά στις 8 φορές, προσφέροντας σχετικό discount που λειτουργεί ως μαγνήτης για θεσμικά κεφάλαια.
Σχόλιο
: Η τρέχουσα φάση επιβεβαιώνει ότι οι γεωπολιτικές κρίσεις δημιουργούν παράθυρα ευκαιρίας για επενδυτές με ορίζοντα και ρευστότητα. Ωστόσο, η επιλεκτικότητα είναι κρίσιμη: τράπεζες με ισχυρούς ισολογισμούς και ενεργειακοί όμιλοι με διεθνές αποτύπωμα φαίνεται να συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο risk/reward, ενώ τίτλοι με αδύναμα θεμελιώδη παραμένουν ευάλωτοι σε νέα επεισόδια μεταβλητότητας.






