Ισχυρή βελτίωση μεγεθών και κεφαλαιακής επάρκειας εμφάνισε η Interlife το 2025, συνοδεύοντας την κερδοφορία με αυξημένο μέρισμα. Η εικόνα επιβεβαιώνει τη δυναμική του κλάδου γενικών ασφαλίσεων αλλά και τη συντηρητικά επιθετική επενδυτική στρατηγική της εταιρίας.
Εντυπωσιακή άνοδο κερδοφορίας και ενίσχυση όλων των βασικών οικονομικών της μεγεθών εμφάνισε η INTERLIFE Α.Α.Ε.Γ.Α. το 2025, σύμφωνα με την ετήσια οικονομική έκθεση που κοινοποιήθηκε στο Χρηματιστήριο Αθηνών. Η διοίκηση συνοδεύει τα αποτελέσματα με πρόταση σημαντικά αυξημένου μερίσματος προς τους μετόχους, επιβεβαιώνοντας τη στρατηγική σταθερής ανταμοιβής του επενδυτικού κοινού.
Ισχυρή παραγωγή ασφαλίστρων και εκτόξευση κερδών
Τα εγγεγραμμένα ασφάλιστρα ανήλθαν το 2025 σε 109,27 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 8,89% σε σχέση με τα 100,35 εκατ. ευρώ της προηγούμενης χρήσης. Τα δεδουλευμένα ασφάλιστρα διαμορφώθηκαν σε 103,80 εκατ. ευρώ, καταγράφοντας άνοδο 4,87% έναντι 98,98 εκατ. ευρώ το 2024. Το παραγωγικό μείγμα παραμένει ισορροπημένο, με τον κλάδο αστικής ευθύνης οχημάτων να αντιπροσωπεύει το 48,84% του χαρτοφυλακίου και τους λοιπούς κλάδους το 51,16%.
Η ανάπτυξη είναι διάχυτη σχεδόν σε όλους τους κλάδους: αστική ευθύνη οχημάτων +5,9%, περιουσία +18,4%, διάφορα ατυχήματα +7,7%, σκάφη και μεταφορές +11,2%, χερσαία οχήματα +17,9% και λοιποί κλάδοι +12,72%. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η Interlife δεν βασίζεται μονομερώς στην υποχρεωτική ασφάλιση αυτοκινήτου, αλλά επεκτείνει σταθερά την παρουσία της σε πιο αποδοτικούς κλάδους γενικών ασφαλίσεων.
Σε επίπεδο αποτελεσμάτων, τα κέρδη προ φόρων εκτινάχθηκαν στα 32,67 εκατ. ευρώ από 14,77 εκατ. ευρώ το 2024, ενώ τα καθαρά κέρδη μετά φόρων διαμορφώθηκαν σε 27,77 εκατ. ευρώ, υπερδιπλάσια από τα 11,77 εκατ. ευρώ της προηγούμενης χρονιάς. Τα σωρευτικά κέρδη προ φόρων της τελευταίας πενταετίας (2021–2025) ανέρχονται πλέον σε 81,94 εκατ. ευρώ, στοιχείο που υπογραμμίζει τη διαχρονική κερδοφορία και όχι μια συγκυριακή επίδοση.
Ισχυρός ισολογισμός, επενδυτικό χαρτοφυλάκιο και μέρισμα
Η ενίσχυση της κερδοφορίας αποτυπώνεται άμεσα και στον ισολογισμό. Τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 21,02%, στα 169,12 εκατ. ευρώ από 139,75 εκατ. ευρώ, ενώ το ενεργητικό ανήλθε σε 394,67 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 15,99% έναντι 340,26 εκατ. ευρώ. Τα τεχνικά αποθέματα, κρίσιμο μέγεθος για ασφαλιστική εταιρία, έφθασαν τα 201,94 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 10,32%.
Οι επενδύσεις της Interlife διαμορφώθηκαν σε 370,77 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 14,69% σε σχέση με τα 323,29 εκατ. ευρώ του 2024. Η κατανομή του επενδυτικού χαρτοφυλακίου δείχνει έμφαση στην ασφάλεια και τη διασπορά: 52% σε ομόλογα, 23% σε αμοιβαία κεφάλαια, 12% σε εισηγμένες μετοχές, 10% σε ακίνητα, 2% σε προθεσμιακές καταθέσεις και 1% σε μετρητά και ισοδύναμα. Το προφίλ αυτό συνδυάζει σταθερές αποδόσεις με μετρημένο ρίσκο, στοιχείο κρίσιμο σε ένα περιβάλλον μεταβλητών αγορών.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακοί είναι οι δείκτες φερεγγυότητας υπό το πλαίσιο Solvency II. Ο δείκτης ελαχίστου κεφαλαίου φερεγγυότητας (MCR) διαμορφώνεται στο 621%, ενώ ο δείκτης απαιτούμενου κεφαλαίου φερεγγυότητας (SCR) στο 155%, επίπεδα που προσφέρουν ισχυρό «μαξιλάρι» ασφαλείας έναντι ασφαλιστικών και επενδυτικών κινδύνων.
Σε αυτό το πλαίσιο, το διοικητικό συμβούλιο θα εισηγηθεί στην τακτική γενική συνέλευση τη διανομή μερίσματος 0,25 ευρώ ανά μετοχή, έναντι 0,20 ευρώ πέρυσι, δηλαδή αύξηση 25%. Το συνολικό διανεμόμενο ποσό ανέρχεται σε 4.641.978 ευρώ. Η κίνηση ερμηνεύεται ως σαφές σήμα εμπιστοσύνης της διοίκησης στη βιωσιμότητα της κερδοφορίας και ενισχύει την ελκυστικότητα της μετοχής για επενδυτές που αναζητούν σταθερό εισόδημα.
Σχόλιο
: Η Interlife εμφανίζει ένα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα μείγμα: υψηλή κερδοφορία, ενισχυμένο ισολογισμό και εξαιρετικά επίπεδα φερεγγυότητας, την ώρα που αυξάνει γενναία την απόδοση προς τους μετόχους. Η διασπορά του χαρτοφυλακίου παραγωγής και η συντηρητικά επιθετική επενδυτική στρατηγική μειώνουν τον κίνδυνο συγκέντρωσης και δημιουργούν προϋποθέσεις για διατηρήσιμες αποδόσεις. Για την αγορά, η εικόνα αυτή ενισχύει την επενδυτική περίπτωση όχι μόνο της συγκεκριμένης μετοχής αλλά και συνολικά του κλάδου γενικών ασφαλίσεων, ο οποίος δείχνει να ωριμάζει και να αξιοποιεί το περιβάλλον ανόδου επιτοκίων και αυξημένης ζήτησης για κάλυψη κινδύνων.






