Η Unilever διαχωρίζει τον κλάδο τροφίμων και τον ενώνει με τη McCormick, δημιουργώντας νέο όμιλο αξίας 20 δισ. δολαρίων. Η κίνηση εντάσσεται στη στρατηγική στροφής της Unilever σε πιο ταχέως αναπτυσσόμενες κατηγορίες.
Η McCormick & Company ανακοίνωσε ότι προχωρά σε συνένωση με τον κλάδο τροφίμων της Unilever, δημιουργώντας μια νέα εταιρεία αξίας περίπου 20 δισ. δολαρίων, με επίκεντρο τα καρυκεύματα, τις σάλτσες και τα προϊόντα γεύσης. Η κίνηση αναδεικνύει τη δυναμική του κλάδου «flavor» σε μια περίοδο που οι μεγάλες πολυεθνικές αναδιαρθρώνουν τα χαρτοφυλάκιά τους.
Δομή της συμφωνίας και οικονομικά μεγέθη
Παρότι η διοικητική ομάδα της McCormick θα αναλάβει τη διοίκηση της νέας εταιρείας, η Unilever και οι μέτοχοί της θα κατέχουν την πλειοψηφία με ποσοστό 65%, καθώς ο κλάδος τροφίμων της αποτιμάται υψηλότερα, στα 44,8 δισ. δολάρια. Οι μέτοχοι της McCormick θα κατέχουν το υπόλοιπο 35%.
Η συμφωνία προβλέπει επίσης ότι η Unilever θα εισπράξει 15,7 δισ. δολάρια σε μετρητά, ενισχύοντας σημαντικά την ρευστότητά της και ανοίγοντας χώρο για επανατοποθέτηση κεφαλαίων σε άλλες δραστηριότητες. Η νέα εταιρεία στοχεύει σε ετήσιες συνέργειες κόστους ύψους 600 εκατ. δολαρίων έως το τρίτο έτος, ενώ η διοίκηση εκτιμά ότι η συμφωνία θα είναι αυξητική για τις πωλήσεις και την κερδοφορία ήδη από το πρώτο πλήρες έτος λειτουργίας.
Στρατηγική της Unilever και αναδιαμόρφωση χαρτοφυλακίου
Ο διευθύνων σύμβουλος της Unilever, Fernando Fernandez, χαρακτήρισε τη συναλλαγή «ακόμη ένα αποφασιστικό βήμα» για την ενίσχυση της στρατηγικής στροφής της εταιρείας προς κατηγορίες υψηλής ανάπτυξης. Στόχος είναι η μετατροπή της Unilever σε έναν όμιλο με ετήσιο τζίρο 39 δισ. ευρώ, επικεντρωμένο αποκλειστικά στα προϊόντα προσωπικής φροντίδας και οικιακής χρήσης, με ισχυρό προφίλ ανάπτυξης.
Ο διαχωρισμός του κλάδου τροφίμων και η ενσωμάτωσή του σε μια νέα, εξειδικευμένη «global flavor powerhouse» απελευθερώνει, όπως αναφέρει η διοίκηση, «παγιδευμένη αξία» για τους μετόχους. Για τη McCormick, η συμφωνία προσφέρει άμεση κλιμάκωση σε παγκόσμιο επίπεδο, ενισχύοντας τη διαπραγματευτική της ισχύ στην εφοδιαστική αλυσίδα και τη διείσδυση σε νέες αγορές.
Η κίνηση εντάσσεται στο ευρύτερο κύμα συγκεντροποίησης στον κλάδο τροφίμων και ποτών, όπου οι εταιρείες επιδιώκουν μεγαλύτερη εξειδίκευση, καλύτερα περιθώρια κέρδους και ισχυρότερα brands, σε ένα περιβάλλον υψηλού κόστους και έντονου ανταγωνισμού.
Σχόλιο
: Η συμφωνία Unilever–McCormick επιβεβαιώνει ότι η πραγματική αξία στις καταναλωτικές αγορές μετατοπίζεται από τον όγκο στις εξειδικευμένες, υψηλού περιθωρίου κατηγορίες. Η Unilever απελευθερώνει κεφάλαια και απλοποιεί το προφίλ της, ενώ η McCormick αποκτά κλίμακα που δύσκολα θα πετύχαινε οργανικά. Για τους επενδυτές, πρόκειται για κλασικό παράδειγμα «unlocking value» μέσω διαχωρισμού και στρατηγικής συμμαχίας, με πιθανές επιπτώσεις και σε άλλους ευρωπαϊκούς ομίλους τροφίμων που ίσως πιεστούν να ακολουθήσουν παρόμοιο μοντέλο.






