Η ελληνική γεωργία και κτηνοτροφία παραμένουν εγκλωβισμένες σε μοντέλο χαμηλής παραγωγικότητας, με δυσανάλογα υψηλή απασχόληση. Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος και οι παρεμβάσεις της αγοράς αναδεικνύουν την ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης.
Η εικόνα της ελληνικής αγροτικής παραγωγής απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από τον μύθο της «ραχοκοκαλιάς της οικονομίας». Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, ο πρωτογενής τομέας συμβάλλει μόλις κατά 4,3% στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, ενώ απορροφά το 11,5% της απασχόλησης. Η αναντιστοιχία αυτή αποτυπώνει έναν κλάδο που απασχολεί πολλούς, παράγει λίγα και παραμένει προσκολλημένος σε αναχρονιστικό υπόδειγμα.
Ο «ελέφαντας στο δωμάτιο»: χαμηλή παραγωγικότητα και εισαγωγική εξάρτηση
Η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει έναν τομέα εγκλωβισμένο σε μικρό και κατακερματισμένο κλήρο, γηρασμένο ανθρώπινο δυναμικό και ελάχιστη εξειδίκευση. Το 73% των αγροτικών ιδιοκτησιών δεν ξεπερνά τα 50 στρέμματα, έναντι 62,4% στην Ε.Ε., ενώ πάνω από τις μισές εκμεταλλεύσεις διαχειρίζονται από άτομα άνω των 55 ετών. Ακόμη πιο ανησυχητικό: μόλις το 0,7% των διαχειριστών διαθέτει πλήρη αγροτική εκπαίδευση, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φθάνει το 10%.
Το αποτέλεσμα είναι χαμηλή προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο και αυξανόμενη εξάρτηση από εισαγωγές, ακόμη και σε βασικά τρόφιμα. Όπως επισήμανε ο πρόεδρος του ΣΕΒ και επικεφαλής της Bespoke, Σπύρος Θεοδωρόπουλος, στο 16ο Food Retail Conference, με ελάχιστες εξαιρέσεις –όπως η ελιά, το ελαιόλαδο και σε κάποιο βαθμό το ροδάκινο– η εγχώρια παραγωγή δεν επαρκεί για να καλύψει τις ανάγκες της χώρας. Χαρακτηριστικό είναι ότι ακόμη και στο γιαούρτι, ένα από τα πλέον εξαγώγιμα ελληνικά προϊόντα, σημαντικό μέρος της πρώτης ύλης προέρχεται από το εξωτερικό. «Όταν δεν παράγουμε, δεν μπορούμε να διαμαρτυρόμαστε για τις τιμές», τόνισε.
Τουρισμός, Airbnb και η αποψίλωση της υπαίθρου
Παράλληλα με τις διαρθρωτικές αδυναμίες, εξελίσσεται μια σιωπηλή αλλά βαθιά μετατόπιση πόρων από την αγροτική παραγωγή προς τον τουρισμό και τη βραχυχρόνια μίσθωση. Η Χριστίνα Χαλκιαδάκη μετέφερε το παράδειγμα τυροκόμου στην Κρήτη που εξετάζει το κλείσιμο της μονάδας του για να στραφεί στο τουριστικό real estate. Δεν πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, αλλά για ένδειξη ευρύτερης τάσης σε περιοχές υψηλής τουριστικής πίεσης.
Η Σαντορίνη αποτελεί εμβληματική περίπτωση: οι αμπελώνες συρρικνώνονται, τα σταφύλια γίνονται σπάνιο είδος, καθώς η τουριστική αξιοποίηση της γης υπερισχύει της καλλιέργειας, πέραν της επίδρασης της κλιματικής κρίσης. Στα Χανιά, κτηνοτρόφος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει παράκτια ζώνη λόγω τουριστικής επένδυσης και να μετακινηθεί στην ενδοχώρα. Η πίεση γης, εργασίας και κεφαλαίου προς δραστηριότητες ταχύτερης απόδοσης αποδυναμώνει ακόμη περισσότερο τον ήδη εύθραυστο πρωτογενή τομέα.
Σύγκριση με Ολλανδία και τα όρια των επιδοτήσεων
Ο δρ. Νικόλας Καραμούζης, επικεφαλής της SMERemediumCap, μιλά για μακρόχρονη στρέβλωση, που δεν αφορά μόνο το μέγεθος των εκμεταλλεύσεων αλλά και τη λανθασμένη παραγωγική κατεύθυνση. Η σύγκριση με την Ολλανδία είναι αποκαλυπτική: μια χώρα με μικρότερη έκταση, που μέσα σε δύο δεκαετίες εξελίχθηκε σε αγροτική δύναμη επενδύοντας σε τεχνολογία, έρευνα και οργάνωση. Οι αγροτικές εξαγωγές της φθάνουν τα 65 δισ. ευρώ ετησίως, συμβάλλοντας περίπου κατά 10% στην οικονομία και την απασχόληση, με έμφαση στη μέγιστη απόδοση ανά τετραγωνικό μέτρο μέσω θερμοκηπίων υψηλής τεχνολογίας και στοχευμένης παραγωγής.
Στην Ελλάδα, αντίθετα, η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο είναι σχεδόν τρεις φορές χαμηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Ο λόγος απασχόλησης προς συμβολή στο ΑΕΠ διαμορφώνεται στο 3,05, έναντι 1,8 στην Ιταλία, 1,3 στην Ισπανία και 1,1 στην Ολλανδία. Το μοντέλο στήριξης μέσω επιδοτήσεων έχει εξαντλήσει τα όριά του: απορροφά βραχυπρόθεσμες πιέσεις, αλλά δεν μεγαλώνει τον κλήρο, δεν φέρνει νέους αγρότες, δεν κλείνει το παραγωγικό χάσμα.
Τι απαιτείται για αναστροφή της πορείας
Η Τράπεζα της Ελλάδος και οι παράγοντες της αγοράς συγκλίνουν στην ανάγκη αλυσίδας παρεμβάσεων: εκσυγχρονισμό υποδομών (ιδίως υδάτινων και αρδευτικών), μετάβαση σε ψηφιακά μοντέλα παραγωγής με γεωργία ακριβείας, αυτοματοποίηση και εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης, δραστική μείωση του γνωσιακού κενού μέσω εκπαίδευσης και ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού, καθώς και ισχυρά κίνητρα για συνεργατικά σχήματα, συνένωση κλήρων και επιχειρηματική αναδιοργάνωση. Χωρίς τέτοια στροφή, η χώρα θα συνεχίσει να πληρώνει ακριβά την εισαγωγική της εξάρτηση σε τρόφιμα, σε ένα περιβάλλον κλιματικής κρίσης, ενεργειακού κόστους και οξυμένου διεθνούς ανταγωνισμού.
Σχόλιο
: Η ελληνική αγροτική πολιτική εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τον πρωτογενή τομέα ως πεδίο διαχείρισης επιδοτήσεων και όχι ως στρατηγικό κλάδο παραγωγής πλούτου. Χωρίς επιθετική αναδιάρθρωση γης, επένδυση σε τεχνολογία και ανθρώπινο κεφάλαιο, αλλά και σαφή προτεραιοποίηση απέναντι στην ανεξέλεγκτη τουριστική επέκταση, η χώρα κινδυνεύει να παγιωθεί ως καθαρός εισαγωγέας τροφίμων, με βαρύ κόστος για το ισοζύγιο, τις τιμές και την επισιτιστική της ασφάλεια.
#αγροτική_παραγωγή #γεωργία #κτηνοτροφία #Τράπεζα_της_Ελλάδος #τουρισμός #οικονομία






