Γερμανία: Βαθαίνει η κυβερνητική ρήξη για το πλαφόν στις τιμές καυσίμων

Η εκτίναξη των τιμών καυσίμων μετά τον πόλεμο με το Ιράν αποκαλύπτει βαθιές ιδεολογικές ρωγμές στον κυβερνητικό συνασπισμό του Βερολίνου. Η κόντρα για κρατική παρέμβαση στην αγορά απειλεί τη συνοχή της κυβέρνησης Μερτς.

Η νέα άνοδος των τιμών καυσίμων στη Γερμανία, ως αποτέλεσμα της ενεργειακής αναταραχής που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν, λειτουργεί ως επιταχυντής πολιτικών εντάσεων στο Βερολίνο. Η διαμάχη για το αν και πώς το κράτος πρέπει να παρέμβει στην αγορά καυσίμων έχει εξελιχθεί σε μείζονα κρίση συνοχής για τον κυβερνητικό συνασπισμό υπό τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς.

Σκληρή σύγκρουση για πλαφόν, φόρους και «ουρανοκατέβατα κέρδη»

Ο σοσιαλδημοκράτης υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ τάσσεται ανοιχτά υπέρ ισχυρής κρατικής παρέμβασης, με στόχο την άμεση ανακούφιση νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Σε συνέντευξή του στη «Süddeutsche Zeitung» υποστήριξε ότι ο έλεγχος της αγοράς είναι «το πιο αποτελεσματικό εργαλείο», επικαλούμενος πρακτικές άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Στο τραπέζι βάζει τρεις άξονες: έκτακτη φορολόγηση υπερκερδών, μείωση ενεργειακών φόρων και ανώτατο όριο στην τιμή των καυσίμων στην αντλία.

«Δεν μπορώ να εξηγήσω σε κανέναν γιατί κυβερνήσεις στο Βέλγιο, το Λουξεμβούργο ή την Ελλάδα —καμία εκ των οποίων είναι κομμουνιστική— επιβάλλουν όρια στις τιμές, ενώ εδώ αυτές εκτοξεύονται», σημείωσε χαρακτηριστικά. Παρά την εύθραυστη εκεχειρία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, ο Κλίνγκμπαϊλ εκτιμά ότι οι τιμές δεν θα αποκλιμακωθούν γρήγορα, άρα απαιτούνται άμεσα μέτρα.

Απέναντί του βρίσκεται η συντηρητική υπουργός Οικονομίας Καταρίνα Ράιχε, η οποία απορρίπτει δημόσια τόσο την ιδέα πλαφόν όσο και τη λογική βαρύτερης φορολόγησης των εταιρικών κερδών. Προειδοποιεί για στρέβλωση της αγοράς, αποθάρρυνση επενδύσεων και κίνδυνο ελλείψεων, προκρίνοντας πιο ήπιες φορολογικές ελαφρύνσεις και στοχευμένες επιδοτήσεις.

Πίεση στον Μερτς και πολιτικοί κίνδυνοι για τη Γερμανία και την Ευρώπη

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος έως πρόσφατα ζητούσε από Κλίνγκμπαϊλ και Ράιχε να παρουσιάσουν κοινές προτάσεις, βρίσκεται πλέον στη δυσάρεστη θέση να διαιτητεύει μια σύγκρουση που διεξάγεται σε δημόσια θέα. Σύμφωνα με διαρροές από το περιβάλλον του, ο Μερτς εμφανίστηκε «απορημένος» από την κλιμάκωση της ρητορικής και κάλεσε ειδικά τη Ράιχε σε αυτοσυγκράτηση, σε μια προσπάθεια να περιορίσει την εικόνα διάλυσης.

Η κρίση δεν αφορά μόνο την εσωτερική πολιτική σκηνή της Γερμανίας, αλλά έχει ευρύτερη ευρωπαϊκή διάσταση. Ως μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, οι επιλογές του Βερολίνου σε θέματα ενεργειακής πολιτικής επηρεάζουν τις συνολικές πληθωριστικές πιέσεις, τη βιομηχανική ανταγωνιστικότητα και τη διαμόρφωση κοινών ευρωπαϊκών εργαλείων στήριξης. Η αντιπαράθεση μεταξύ μιας «παρεμβατικής» σοσιαλδημοκρατικής προσέγγισης και μιας πιο «ορθόδοξης» συντηρητικής γραμμής αντικατοπτρίζει ένα βαθύτερο ιδεολογικό ρήγμα για το ρόλο του κράτους σε περιόδους κρίσης.

Παράλληλα, στο εσωτερικό της χώρας, η κοινωνική πίεση αυξάνεται: οι αυξημένες τιμές στα πρατήρια πλήττουν ιδιαίτερα τα χαμηλότερα εισοδήματα και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, την ώρα που η οικονομική ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη. Η αδυναμία επίτευξης γρήγορης συμφωνίας μπορεί να τροφοδοτήσει περαιτέρω δυσαρέσκεια και να ενισχύσει λαϊκιστικές δυνάμεις που καταγγέλλουν τόσο τις αγορές όσο και την «αναποτελεσματική» κυβέρνηση.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το πώς θα καταλήξει η διαμάχη για το πλαφόν στα καύσιμα θα αποτελέσει κρίσιμο τεστ αντοχής για τον συνασπισμό του Μερτς και, ταυτόχρονα, βαρόμετρο για την κατεύθυνση της οικονομικής πολιτικής στη Γερμανία τα επόμενα χρόνια.

Σχόλιο SBCTV : Η αναμέτρηση Κλίνγκμπαϊλ–Ράιχε δεν είναι απλώς μια τεχνική διαφωνία για το μείγμα μέτρων· είναι σύγκρουση δύο κόσμων: κοινωνικής προστασίας μέσω ισχυρής ρύθμισης απέναντι σε μια αγορά που υποτίθεται ότι αυτορρυθμίζεται. Αν ο Μερτς δεν επιβάλει γρήγορα καθαρή γραμμή, κινδυνεύει να βρεθεί με μια κυβέρνηση παραλυμένη την ώρα που η κοινωνία πληρώνει ακριβά κάθε λίτρο βενζίνης.

#Γερμανία #Καύσιμα #ΕνεργειακήΚρίση #Πολιτική #Merz

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.