Η εκτόξευση των τιμών ενέργειας και καυσίμων στη Γερμανία, λόγω του πολέμου στο Ιράν και των γεωπολιτικών εντάσεων, αναγκάζει κυβέρνηση, κόμματα και κοινωνία να επαναπροσδιορίσουν οικονομικές επιλογές και καταναλωτικές συνήθειες. Στο επίκεντρο βρίσκονται προτάσεις για κατάργηση ΦΠΑ στα τρόφιμα, φορολόγηση υπερκερδών ενέργειας και αλλαγές στα ταξιδιωτικά σχέδια των Γερμανών.
Η γερμανική οικονομία δέχεται ισχυρές πιέσεις από το εκρηκτικό μείγμα γεωπολιτικών συγκρούσεων, ενεργειακού κόστους και κοινωνικής δυσαρέσκειας. Ο πόλεμος στο Ιράν, οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και ο αποκλεισμός των Στενών του Ορμούζ έχουν ωθήσει τις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου σε νέα υψηλά, με άμεσο αντίκτυπο στις αντλίες καυσίμων και στο καλάθι του νοικοκυριού.
Πίεση για κατάργηση ΦΠΑ στα τρόφιμα και ανακατανομή βαρών
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, εντείνεται η πολιτική πίεση προς το Βερολίνο για στοχευμένη ανακούφιση των πολιτών. Η επιχειρηματική πτέρυγα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD), εταίρου στον κυβερνητικό συνασπισμό, ζητεί την πλήρη κατάργηση του ΦΠΑ σε βασικά και υγιεινά τρόφιμα – από φρούτα και λαχανικά έως γαλακτοκομικά, κρέας, ψωμί, ζυμαρικά, ρύζι και αυγά.
Όπως υπογραμμίζει ο βουλευτής Έσρα-Λέον Λίμπαχερ, «το αν ένα παιδί τρέφεται υγιεινά δεν μπορεί να εξαρτάται από το υπόλοιπο του λογαριασμού των γονιών». Σήμερα ο ΦΠΑ στη Γερμανία ανέρχεται σε 19% για τα περισσότερα αγαθά και 7% για ορισμένα τρόφιμα, γεγονός που καθιστά την πλήρη κατάργησή του μια δαπανηρή αλλά κοινωνικά στοχευμένη παρέμβαση.
Στο ίδιο μήκος κύματος, η επικεφαλής της Γερμανικής Συνομοσπονδίας Συνδικάτων (DGB), Γιασμίν Φαχίμι, τονίζει ότι η μείωση ή κατάργηση του ΦΠΑ στα τρόφιμα θα ωφελούσε δυσανάλογα περισσότερο τα χαμηλά εισοδήματα σε σχέση με μια κλασική μείωση φόρου εισοδήματος. Προτείνει μάλιστα αντιστάθμιση του δημοσιονομικού κόστους μέσω σημαντικά υψηλότερου ΦΠΑ σε είδη πολυτελείας, όπως ακριβά ρολόγια, γιοτ, κοσμήματα και πολυτελή αυτοκίνητα.
Ενδεικτικό της δυναμικής που αποκτά η συζήτηση είναι ότι υπέρ της κατάργησης του ΦΠΑ στα τρόφιμα τάχθηκε και ο κοινοβουλευτικός επικεφαλής των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), Γενς Σπαν, ο οποίος τη συνδέει με την ανάγκη να περιοριστούν οι πληθωριστικές πιέσεις που πυροδοτεί ο πόλεμος στο Ιράν.
Φόρος υπερκερδών και άρνηση για επιδότηση καυσίμων
Παράλληλα, ο υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, μαζί με ομολόγους από Αυστρία, Ιταλία, Πορτογαλία και Ισπανία, ζητεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή την επιβολή φόρου στα υπερκέρδη των ενεργειακών ομίλων. Στόχος, όπως σημειώνουν σε κοινή επιστολή τους, είναι «να σταλεί σαφές μήνυμα ότι όσοι κερδίζουν από τις συνέπειες του πολέμου οφείλουν να συμβάλουν στην ελάφρυνση του κοινωνικού βάρους» και να αποδειχθεί ότι η ΕΕ μπορεί να δράσει ενιαία.
Την ίδια ώρα, η υπουργός Οικονομίας Κατερίνα Ράιχε απορρίπτει τις εισηγήσεις για νέα επιδότηση καυσίμων ή επιβολή ορίων ταχύτητας στις αυτοκινητοδρόμους ως εργαλείο αποκλιμάκωσης των τιμών. Υπενθυμίζει ότι αντίστοιχα μέτρα σε Ιταλία, Αυστρία αλλά και στη Γερμανία το 2022 κόστισαν δισεκατομμύρια χωρίς ουσιαστικό αντίκτυπο στις τιμές αντλίας, καθώς αυτές καθορίζονται στις διεθνείς αγορές και όχι στις γερμανικές εθνικές οδούς. Κατά την άποψή της, τα όποια περιοριστικά μέτρα στην οδήγηση θα είχαν ελάχιστο έως μηδενικό αποτέλεσμα στο κόστος των καυσίμων.
Ταξιδιωτικά σχέδια, κοινωνικές αντιδράσεις και πολιτικός κίνδυνος
Οι γεωπολιτικές εντάσεις και η ακρίβεια επηρεάζουν και τη συμπεριφορά των νοικοκυριών. Έρευνα του Γερμανικού Ινστιτούτου Τουριστικών Ερευνών δείχνει ότι 16% των ερωτηθέντων άλλαξαν τα ταξιδιωτικά τους σχέδια για το τρίμηνο Απριλίου–Ιουνίου λόγω κρίσεων και συγκρούσεων. Παρ’ όλα αυτά, το 72% εξακολουθεί να σχεδιάζει διακοπές, εντός ή εκτός Γερμανίας, με τη Βαυαρία να παραμένει κορυφαίος εγχώριος προορισμός και την Ισπανία και την Ιταλία να προηγούνται στις επιλογές του εξωτερικού.
Η κοινωνική ένταση εκφράζεται και στους παραδοσιακούς πασχαλινούς «πορείες ειρήνης», με δεκάδες συνδικάτα, χριστιανικές και αριστερές οργανώσεις να διαδηλώνουν σε όλη τη χώρα για τον τερματισμό των πολέμων σε Ουκρανία και Μέση Ανατολή, αλλά και κατά της στρατιωτικοποίησης και των σχεδίων επαναφοράς υποχρεωτικής θητείας.
Σε αυτό το πλαίσιο, η γερμανική κυβέρνηση καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη δημοσιονομικής πειθαρχίας, την προστασία των ευάλωτων στρωμάτων και τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής, καθώς η ακρίβεια σε ενέργεια και τρόφιμα εξελίσσεται σε κεντρικό πολιτικό διακύβευμα για τους επόμενους μήνες.
Σχόλιο
: Η γερμανική συζήτηση για ΦΠΑ στα τρόφιμα και φόρο υπερκερδών προμηνύει μια ευρύτερη ευρωπαϊκή αναθεώρηση της φορολογίας σε εποχή μόνιμων ενεργειακών κραδασμών. Η επιλογή ανάμεσα σε οριζόντιες επιδοτήσεις καυσίμων –με χαμηλή αποτελεσματικότητα– και στοχευμένη στήριξη μέσω φορολογικών μετατοπίσεων προς την πολυτέλεια και τα υπερκέρδη θα αποτελέσει κριτήριο πολιτικής αξιοπιστίας, αλλά και δοκιμασία για την αντοχή των κοινωνικών συμβολαίων σε όλη την ΕΕ.






