Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ παρουσιάζει ένα ευρύ πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων, συνδέοντάς το με την ευρωπαϊκή κυριαρχία. Η ασφάλεια, η ενέργεια, η αγορά εργασίας και το εμπόριο τίθενται στο επίκεντρο μιας «χρονιάς αλλαγών».
Ο Λαρς Κλίνγκμπαϊλ, υπουργός Οικονομικών και αντικαγκελάριος της Γερμανίας, περιγράφει ένα φιλόδοξο σχέδιο μεταρρυθμίσεων, το οποίο παρουσιάζει όχι ως κλασικό πρόγραμμα λιτότητας, αλλά ως «σχέδιο κυριαρχίας» για τη Γερμανία και την Ευρώπη. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ιδέα ότι μια ισχυρή, ανανεωμένη Γερμανία αποτελεί προϋπόθεση για μια ισχυρή, αυτόνομη Ευρώπη, ικανή να αντισταθεί σε εκβιασμούς και γεωπολιτικές πιέσεις.
Κυριαρχία, άμυνα και πράσινη μετάβαση
Ο Κλίνγκμπαϊλ ξεκινά από το γεωπολιτικό πλαίσιο: πόλεμοι, κρίσεις, ενεργειακή ανασφάλεια και διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες διαβρώνουν την οικονομική σταθερότητα και το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Η εξάρτηση από ορυκτά καύσιμα και κρίσιμες πρώτες ύλες, οι δασμοί και οι εξαγωγικοί περιορισμοί άλλων χωρών αποκαλύπτουν τις ευρωπαϊκές αδυναμίες.
Απέναντι σε αυτό, η γερμανική κυβέρνηση έχει ήδη δημιουργήσει ένα επενδυτικό ταμείο 500 δισ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών και τη χρηματοδότηση δημόσιων αγαθών υψηλής ποιότητας, ενώ έχει χαλαρώσει τον «φρένο χρέους» ώστε να ενισχύσει την άμυνα και τη συμβολή της χώρας στο ΝΑΤΟ. Η πολεμική σύγκρουση στο Ιράν, όπως σημειώνει, υπογραμμίζει την ανάγκη επιτάχυνσης της αποανθρακοποίησης: περισσότερη αιολική και ηλιακή ενέργεια, αποθήκευση ηλεκτρισμού και εκσυγχρονισμός των δικτύων. Όσοι «φαντασιώνονται πυρηνική αναβίωση», τονίζει, αποτελούν απειλή για τη γερμανική κυριαρχία, καθώς διαιωνίζουν παλιές εξαρτήσεις.
Φορολογική αναμόρφωση και αγορά εργασίας
Κεντρική θέση στο σχέδιο καταλαμβάνει η εσωτερική οικονομική αναδιάρθρωση. Η Γερμανία, με ποσοστό μερικής απασχόλησης κοντά στο 40% και σχεδόν μία στις δύο γυναίκες να εργάζεται μερικώς, αντιμετωπίζει σοβαρά δομικά εμπόδια στην πλήρη αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού. Ο Κλίνγκμπαϊλ στοχοποιεί συγκεκριμένες ρυθμίσεις, όπως τον φορολογικό επιμερισμό εισοδήματος στα ζευγάρια και τους υψηλούς συντελεστές απόσυρσης επιδομάτων, που καθιστούν αδιάφορη την αύξηση του οικογενειακού εισοδήματος από τα 3.000 στα 4.500 ευρώ τον μήνα.
Γι’ αυτό προωθείται φορολογική μεταρρύθμιση που θα αυξάνει το καθαρό εισόδημα για το 95% των πολιτών, ζητώντας παράλληλα από τα υψηλότερα εισοδήματα και τον μεγάλο πλούτο «να συνεισφέρουν λίγο περισσότερο». Παράλληλα, επενδύσεις σε παιδικούς σταθμούς και ολοήμερα σχολεία στοχεύουν στην άρση πρακτικών εμποδίων για τη συμμετοχή των γονέων, ιδίως των γυναικών, στην αγορά εργασίας.
Ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά, εμπορική πολιτική και επιχειρήσεις
Ο Κλίνγκμπαϊλ αναγνωρίζει ότι η Ευρώπη υπολείπεται των δυνατοτήτων της, ιδιαίτερα στην κλιμάκωση και χρηματοδότηση νεοφυών επιχειρήσεων. Παρά την παγκόσμιας κλάσης έρευνα και ανάπτυξη, πολλές ευρωπαϊκές start-ups μεταναστεύουν στις ΗΠΑ λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Γι’ αυτό προωθεί την εμβάθυνση της Ένωσης Κεφαλαιαγορών, ώστε να κρατηθεί η καινοτομία εντός Ευρώπης.
Στο πεδίο του εμπορίου, η ΕΕ παρουσιάζεται ως ανοιχτή δύναμη συνεργασίας, με πρόσφατες συμφωνίες με Αυστραλία, Mercosur και Ινδία. Ωστόσο, ο Γερμανός υπουργός υποστηρίζει ότι η Ευρώπη δεν πρέπει να είναι «αφελής»: προτείνει κανόνες τοπικού περιεχομένου και «αγοράζουμε ευρωπαϊκά» σε στρατηγικούς τομείς, καθώς και αυστηρότερη επενδυτική προστασία, ώστε οι ξένες εξαγορές να συνδέονται με σαφή τεχνολογική και οικονομική προστιθέμενη αξία εντός ΕΕ.
Τέλος, καλεί και τις επιχειρήσεις να αναλάβουν ευθύνη, δίνοντας προτεραιότητα στις τοπικές κοινότητες και τους εργαζόμενους αντί για τις βραχυπρόθεσμες αποδόσεις. Οι μεταρρυθμίσεις στο εσωτερικό και η οικοδόμηση συμμαχιών στο εξωτερικό είναι, κατά τον ίδιο, ενιαίο στοίχημα: ότι οι δημοκρατίες, αν αναγνωρίσουν τις αδυναμίες τους και τολμήσουν αλλαγές, μπορούν ακόμη να ορίζουν τους όρους του παιχνιδιού.
Σχόλιο
: Η παρέμβαση Κλίνγκμπαϊλ αποτυπώνει τη μετατόπιση του γερμανικού κατεστημένου από τη δημοσιονομική ορθοδοξία σε μια πιο παρεμβατική, βιομηχανική και κοινωνική στρατηγική, με έμφαση στην κυριαρχία, την πράσινη ενέργεια και την ευρωπαϊκή αυτονομία. Αν υλοποιηθεί, θα αλλάξει όχι μόνο το γερμανικό οικονομικό μοντέλο, αλλά και τις ισορροπίες ισχύος στην ΕΕ.






