Η ΕΕ προαναγγέλλει διακοπή της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης προς τη Μπιενάλε Βενετίας, αντιδρώντας στην επανένταξη της Ρωσίας το 2026. Η κίνηση μετατρέπει έναν κορυφαίο πολιτιστικό θεσμό σε πεδίο γεωπολιτικής σύγκρουσης.
Σε ανοιχτή σύγκρουση μεταξύ πολιτιστικής διπλωματίας και σκληρής γεωπολιτικής μετατρέπεται η Μπιενάλε της Βενετίας, μετά τη δήλωση της Ύπατης Εκπροσώπου της ΕΕ για την Εξωτερική Πολιτική, Κάγια Κάλας, ότι η Ένωση προτίθεται να διακόψει τη χρηματοδότησή της λόγω της συμμετοχής της Ρωσίας στην έκθεση του 2026.
Η πολιτική γραμμή της ΕΕ απέναντι στη Ρωσία
Μιλώντας μετά τη συνεδρίαση των υπουργών Εξωτερικών της ΕΕ, η Κάλας τόνισε ότι «ενώ η Ρωσία βομβαρδίζει μουσεία, καταστρέφει εκκλησίες και επιχειρεί να σβήσει την ουκρανική κουλτούρα, δεν μπορεί να της επιτρέπεται να εκθέτει τη δική της». Χαρακτήρισε την επιστροφή της Ρωσίας στη Μπιενάλε «ηθικά λανθασμένη» και ξεκαθάρισε ότι η ΕΕ «προτίθεται να περικόψει τη χρηματοδότησή της» προς τον ιταλικό θεσμό.
Η παρέμβαση εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο της ευρωπαϊκής στρατηγικής απέναντι στη Μόσχα: συνέχιση της στρατιωτικής και οικονομικής στήριξης προς το Κίεβο, νέες κυρώσεις και ενίσχυση των προσπαθειών κατά της ρωσικής παραπληροφόρησης. Η Μπιενάλε, με την απόφασή της να φιλοξενήσει ξανά τη ρωσική συμμετοχή για πρώτη φορά μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή του 2022, μετατρέπεται πλέον σε συμβολικό πεδίο όπου δοκιμάζεται η συνοχή της ευρωπαϊκής γραμμής «απομόνωσης του επιτιθέμενου».
Πίεση από κράτη-μέλη και Ευρωκοινοβούλιο
Η κίνηση της ΕΕ δεν ήρθε εν κενώ. Η Λετονία είχε ήδη ηγηθεί πρωτοβουλίας 25 ευρωπαϊκών χωρών που ζητούσαν τον αποκλεισμό της Ρωσίας από τη Μπιενάλε. Η υπουργός Πολιτισμού της χώρας, Αγνέσε Λάτσε, δήλωσε ότι θα μποϊκοτάρει τα εγκαίνια της 9ης Μαΐου εφόσον η ρωσική συμμετοχή διατηρηθεί.
Το λετονικό υπουργείο Πολιτισμού προειδοποίησε ότι η συμμετοχή της Ρωσίας προσδίδει «νομιμοποίηση, μέσω μιας μεγάλης ευρωπαϊκής πολιτιστικής πλατφόρμας που υποστηρίζεται από ευρωπαϊκή χρηματοδότηση», σε ένα κράτος-επιτιθέμενο υπό κυρώσεις. Επισήμανε, επίσης, ότι πρόσωπα που συνδέονται με το ρωσικό περίπτερο έχουν δεσμούς με κρατικές δομές της Ρωσίας και προωθούν φιλοκυβερνητικές αφηγήσεις.
Παράλληλα, 37 ευρωβουλευτές απέστειλαν επιστολή προς την πρόεδρο της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν και την Κάλας, ζητώντας την αναστολή της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης προς τη Μπιενάλε –που εκτιμάται περίπου σε 2 εκατ. ευρώ σε ορίζοντα τριετίας– και την εξέταση περιοριστικών μέτρων κατά προσώπων που σχετίζονται με το ρωσικό περίπτερο.
Η Μπιενάλε ανάμεσα σε ουδετερότητα και πόλεμο
Η διοργάνωση της Βενετίας υπερασπίζεται την επιλογή της, υποστηρίζοντας ότι παραμένει χώρος διαλόγου όπου η τέχνη διαχωρίζεται από την πολιτική. Όμως, όσο ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται, όλο και περισσότεροι ευρωπαίοι αξιωματούχοι αμφισβητούν κατά πόσο η «πολιτιστική ουδετερότητα» είναι ακόμη βιώσιμη, ειδικά όταν εμπλέκεται ένα καθεστώς που κατηγορείται για συστηματική καταστροφή της πολιτιστικής κληρονομιάς ενός γειτονικού κράτους.
Η ενδεχόμενη διακοπή ευρωπαϊκών κονδυλίων δεν είναι απλώς λογιστικό ζήτημα για τη Μπιενάλε, αλλά χτύπημα στο κύρος της ως κορυφαίου θεσμού της «ευρωπαϊκής πολιτιστικής ισχύος». Αν η ΕΕ ευθυγραμμίσει επισήμως τη χρηματοδότηση με πολιτικά και ηθικά κριτήρια, ανοίγει έναν νέο κύκλο συζήτησης για το πώς η ήπια ισχύς της Ευρώπης εργαλειοποιείται σε συνθήκες πολέμου.
Σχόλιο
: Η υπόθεση της Μπιενάλε Βενετίας δείχνει ότι η ΕΕ μεταφέρει πλέον τη σύγκρουση με τη Ρωσία και στο πεδίο της πολιτιστικής πολιτικής, συνδέοντας απευθείας τα ευρωπαϊκά κονδύλια με την τήρηση μιας ενιαίας γεωπολιτικής γραμμής. Το δίλημμα «τέχνη ή πολιτική» αποδεικνύεται ψευδές: σε εποχή πολέμου, οι πολιτιστικοί θεσμοί γίνονται αναπόφευκτα μέρος της στρατηγικής ήπιας ισχύος – και όποιος επιλέγει ουδετερότητα, κινδυνεύει να βρεθεί στο στόχαστρο Βρυξελλών και κρατών-μελών.




