Σημαντική επιδείνωση εμφάνισαν τα οικονομικά μεγέθη της Ελινόιλ το 2025, με κατακόρυφη πτώση τζίρου και κερδοφορίας. Η διεθνής αγορά πετρελαιοειδών πίεσε τα περιθώρια, ενώ η εγχώρια αγορά λειτούργησε ως μερικό αντίβαρο.
Έτος έντονων αντιθέσεων αποδείχθηκε το 2025 για την Ελινόιλ, καθώς η εταιρεία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα σύνθετο περιβάλλον στην ενέργεια. Παρά τη διατήρηση των όγκων πωλήσεων, ο όμιλος είδε τον κύκλο εργασιών και την κερδοφορία του να συρρικνώνονται θεαματικά, μεταβαίνοντας από ισχυρά κέρδη σε οριακή κερδοφορία.
Κατακόρυφη πτώση τζίρου και κερδών σε επίπεδο ομίλου
Ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών του ομίλου Ελινόιλ το 2025 διαμορφώθηκε σε 2,236 δισ. ευρώ, έναντι 2,757 δισ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας πτώση 19%. Η μείωση του τζίρου συνοδεύτηκε από σημαντική συμπίεση των περιθωρίων, όπως αποτυπώνεται στην πορεία των κερδών.
Τα μικτά κέρδη υποχώρησαν στα 59,8 εκατ. ευρώ από 81,5 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη προ φόρων, χρηματοοικονομικών αποτελεσμάτων και αποσβέσεων (EBITDA) μειώθηκαν κατά 50%, στα 18,9 εκατ. ευρώ από 38,19 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρήση. Η πτώση αυτή χτύπησε καίρια την τελική γραμμή: τα ενοποιημένα κέρδη προ φόρων (EBT) συρρικνώθηκαν στα 660 χιλ. ευρώ από 11,7 εκατ. ευρώ, ενώ τα καθαρά αποτελέσματα μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας (EATAM) περιορίστηκαν σε μόλις 91 χιλ. ευρώ, έναντι 9,8 εκατ. ευρώ το 2024.
Η εικόνα αυτή σηματοδοτεί ουσιαστικά μια μετάβαση από διψήφια σε απόλυτους αριθμούς κερδοφορία σε οριακά θετικό αποτέλεσμα, γεγονός που αναδεικνύει τη βαρύτητα των πιέσεων που δέχθηκε το επιχειρηματικό μοντέλο της εταιρείας στο διεθνές περιβάλλον.
Η μητρική εταιρεία και η αντίθεση εγχώριας – διεθνούς αγοράς
Σε επίπεδο μητρικής Ελινόιλ Α.Ε., ο κύκλος εργασιών το 2025 διαμορφώθηκε σε 2,206 δισ. ευρώ, από 2,735 δισ. ευρώ το 2024, ακολουθώντας αντίστοιχη πτωτική τροχιά. Τα EBITDA της μητρικής μειώθηκαν στα 16,1 εκατ. ευρώ από 35,8 εκατ. ευρώ, ενώ τα κέρδη προ φόρων περιορίστηκαν στα 198 χιλ. ευρώ, έναντι 11,6 εκατ. ευρώ ένα χρόνο πριν.
Ακόμη πιο ενδεικτική της πίεσης είναι η τελική γραμμή: τα κέρδη μετά από φόρους και δικαιώματα μειοψηφίας για τη μητρική ανήλθαν σε μόλις 6 χιλ. ευρώ, έναντι 9,7 εκατ. ευρώ το 2024, πρακτικά «ξυρίζοντας» την κερδοφορία.
Η εταιρεία αποδίδει τις επιδόσεις αυτές κυρίως στις εξελίξεις στη διεθνή αγορά πετρελαιοειδών. Στον τομέα του Διεθνούς Εμπορίου, όπως σημειώνει, οι συνθήκες επιδεινώθηκαν λόγω στρεβλώσεων στον ανταγωνισμό και διοχέτευσης προϊόντων προς την Ευρώπη μέσω εναλλακτικών διαδρομών. Η αναδιάταξη αυτή του εμπορίου περιόρισε τα περιθώρια κέρδους, πλήττοντας την κερδοφορία, παρά το γεγονός ότι οι όγκοι πωλήσεων διατηρήθηκαν.
Αντιθέτως, η εγχώρια αγορά λειτούργησε πιο υποστηρικτικά. Μετά την άρση των περιορισμών στα περιθώρια κέρδους, σημειώθηκε βελτίωση των συνθηκών και αύξηση των πωλήσεων, προσφέροντας μερική αντιστάθμιση στις απώλειες του διεθνούς σκέλους. Ωστόσο, η θετική αυτή επίδραση δεν στάθηκε αρκετή για να αποτρέψει τη συνολική υποχώρηση των κερδών.
Η εικόνα της Ελινόιλ εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο έντονης μεταβλητότητας στον ενεργειακό κλάδο, όπου οι γεωπολιτικές ανακατατάξεις, οι αλλαγές στις ροές προϊόντων και οι ρυθμιστικές παρεμβάσεις επανακαθορίζουν τα περιθώρια κέρδους και τα επιχειρηματικά μοντέλα.
Σχόλιο
: Τα αποτελέσματα της Ελινόιλ φωτίζουν με ωμό τρόπο το νέο ρίσκο του ελληνικού πετρελαϊκού λιανεμπορίου: η κερδοφορία δεν κρίνεται πλέον τόσο από τους όγκους, όσο από τη θέση κάθε παίκτη στην αλυσίδα διεθνούς εμπορίου. Η οριακή κερδοφορία, παρά τη διατήρηση πωλήσεων, υποδηλώνει ότι η επόμενη μέρα θα απαιτήσει πιο επιθετική αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίου, ενίσχυση δραστηριοτήτων με σταθερότερα περιθώρια και προσεκτική διαχείριση κεφαλαίου κίνησης. Για τους επενδυτές, η περίπτωση Ελινόιλ είναι υπενθύμιση ότι σε περιβάλλον γεωπολιτικής και ενεργειακής αστάθειας, οι εταιρείες που εξαρτώνται από διεθνές trading βρίσκονται στην αιχμή του κινδύνου.






