Η άρνηση της Helen DeWitt να αποδεχθεί βραβείο 175.000 δολαρίων φωτίζει τις σκοτεινές πλευρές της εκδοτικής βιομηχανίας. Από την επισφάλεια των συγγραφέων μέχρι τον κυνισμό της αυτοπροβολής, το περιστατικό ανοίγει μια άβολη συζήτηση.
Η απόφαση της Αμερικανοβρετανίδας συγγραφέως Helen DeWitt να απορρίψει το λογοτεχνικό βραβείο Windham-Campbell, ύψους 175.000 δολαρίων, επειδή δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις προωθητικές υποχρεώσεις, προκάλεσε θόρυβο πολύ μεγαλύτερο από το ίδιο το βραβείο. Η κίνηση αυτή λειτούργησε ως καταλύτης για να αναδειχθούν χρόνιες παθογένειες της εκδοτικής βιομηχανίας: η επισφάλεια των συγγραφέων, η εμμονή με την εικόνα και η ψευδαίσθηση ότι τα μεγάλα βραβεία είναι καθαρά αξιοκρατικά.
Η σύγκρουση δημιουργίας και αυτοπροβολής
Το Windham-Campbell απονέμεται σε οκτώ συγγραφείς «για το σύνολο του έργου τους» και διαφημίζεται ως μέσο ώστε οι δημιουργοί να αποκτήσουν χρόνο και οικονομική ανάσα. Στην πράξη, όμως, συνοδεύεται από ένα πακέτο έντονων προωθητικών δραστηριοτήτων – στην περίπτωση της DeWitt, 6 έως 8 ώρες γυρισμάτων και άλλες υποχρεώσεις δημοσιότητας. Η συγγραφέας, γνωστή για το καινοτόμο μυθιστόρημα «The Last Samurai», ζήτησε προσαρμογές λόγω ψυχικής κόπωσης, δυσκολιών οργάνωσης και φροντίδας τρίτων. Οι διοργανωτές, σύμφωνα με την ίδια, αρνήθηκαν.
Το γεγονός ανέδειξε αυτό που πολλοί στον χώρο ψιθυρίζουν: ότι το επάγγελμα του συγγραφέα έχει μετατραπεί σε επάγγελμα «προσωπικού brand». Η γραφή, που απαιτεί απομόνωση και χρόνο, συχνά περνά σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην ανάγκη για τηλεοπτικές εμφανίσεις, social media, λέσχες ανάγνωσης διασημοτήτων και συνεχές μάρκετινγκ. Όσοι συγγραφείς δεν αντέχουν ή δεν επιθυμούν αυτό το μοντέλο, νιώθουν ότι μένουν εκτός παιχνιδιού – ακόμη κι όταν είναι εξαιρετικά ταλαντούχοι.
Αξιοκρατία, αποκλεισμοί και εύθραυστες καριέρες
Η υπόθεση είχε και μια ισχυρή διάσταση ένταξης και δικαιωμάτων. Συγγραφείς όπως η Daisy Lafarge κατήγγειλαν ότι η στάση του βραβείου αποκαλύπτει ξεπερασμένες αντιλήψεις για την αναπηρία και τις χρόνιες παθήσεις. Στον χώρο της τέχνης, υποστήριξαν, γίνονται συχνά προσαρμογές για τις ανάγκες των δημιουργών· στην εκδοτική παραγωγή, αντίθετα, όποιος δεν είναι «απόλυτα λειτουργικός» καλείται να προσαρμοστεί ή να αποσυρθεί, με μεγάλο προσωπικό και επαγγελματικό κόστος.
Την ίδια στιγμή, η οικονομική πραγματικότητα για τους περισσότερους συγγραφείς παραμένει ζοφερή. Τα στοιχεία για τα μέσα συγγραφικά εισοδήματα δείχνουν πτώση, με γυναίκες και μειονοτικές ομάδες να πλήττονται περισσότερο. Πολλοί ζουν «από μήνα σε μήνα», ακόμη και αν έχουν κριτική αναγνώριση. Γι’ αυτό και ένα ποσό 175.000 δολαρίων μοιάζει, για την πλειονότητα, σαν λαχείο – γεγονός που εξηγεί και τις σφοδρές αντιδράσεις όσων θεώρησαν τη DeWitt «κακομαθημένη» επειδή το αρνήθηκε.
Πέρα από την ηθική διάσταση, το περιστατικό απογυμνώνει και τον μύθο της καθαρής αξιοκρατίας στα βραβεία. Οι διαδικασίες υποψηφιοτήτων είναι συχνά αδιαφανείς, με περιορισμένες συμμετοχές ανά εκδοτικό οίκο, κριτήρια που σχετίζονται με το ιστορικό πωλήσεων και, όπως αποδεικνύεται, με την προθυμία του συγγραφέα να γίνει «πρόσωπο της καμπάνιας». Το βραβείο δεν είναι απλώς αναγνώριση· είναι και εργαλείο μάρκετινγκ.
Το παράδοξο της «ελευθερίας» και τα μαθήματα για την αγορά
Ειρωνικά, λίγο μετά την άρνησή της, η DeWitt ανακοίνωσε ότι έλαβε πρόταση χορηγίας ίδιου ύψους, 175.000 δολαρίων, από συντηρητικό πανεπιστημιακό think tank, χωρίς καμία προωθητική δέσμευση. Η κίνηση αυτή σχολιάστηκε ως «ξεκαρδιστική» από συναδέλφους της, υπογραμμίζοντας πόσο παράδοξη είναι η σχέση ανάμεσα σε χρήμα, ελευθερία και δημόσια εικόνα στον χώρο του βιβλίου.
Για την ευρύτερη αγορά –συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής– η υπόθεση λειτουργεί ως καμπανάκι. Οι εκδότες επενδύουν ολοένα περισσότερο σε λίγους «σταρ» τίτλους με μεγάλα μάρκετινγκ budgets, ενώ η μεσαία τάξη των συγγραφέων συμπιέζεται. Παράλληλα, η προσδοκία ότι κάθε δημιουργός θα είναι και ικανός influencer αποκλείει φωνές που, αν και ίσως δυσπροσάρμοστες στα media, είναι πολύτιμες για τη λογοτεχνία.
Η συζήτηση που άνοιξε η DeWitt δεν αφορά μόνο ένα βραβείο, αλλά τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η πολιτιστική παραγωγή σε μια εποχή όπου η προσοχή είναι το πιο σπάνιο νόμισμα.
Σχόλιο
: Η υπόθεση DeWitt είναι προειδοποιητικό σήμα για μια βιομηχανία που ζητά από τους συγγραφείς να είναι ταυτόχρονα δημιουργοί, παρουσιαστές και διαφημιστές. Αν τα μεγάλα βραβεία μετατρέπονται σε συμβόλαια μάρκετινγκ με προϋπόθεση την απόλυτη διαθεσιμότητα του δημιουργού, τότε το σύστημα κινδυνεύει να αποκλείσει ακριβώς εκείνες τις ιδιόμορφες, απαιτητικές φωνές που κάνουν τη λογοτεχνία να προχωρά. Για τις μικρότερες αγορές, όπως η ελληνική, το δίδαγμα είναι σαφές: χωρίς θεσμούς που να στηρίζουν τη δημιουργία πέρα από τις λογικές του θεάματος, η πολιτιστική παραγωγή θα φτωχύνει, ακόμη κι αν οι λίστες ευπώλητων δείχνουν προσωρινά εντυπωσιακές.






