Η Μητροπολιτική Αστυνομία Λονδίνου ετοιμάζεται να καλέσει κορυφαίους πολιτικούς μάρτυρες στην υπόθεση Πίτερ Μάντελσον και Τζέφρι Έπσταϊν. Η έρευνα απειλεί να ανοίξει νέο κύκλο κρίσης αξιοπιστίας για τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ και το βρετανικό πολιτικό σύστημα.
Η υπόθεση του πρώην Βρετανού πρέσβη στις ΗΠΑ, Πίτερ Μάντελσον, εισέρχεται σε πιο πολιτικά εκρηκτική φάση, καθώς η Μητροπολιτική Αστυνομία Λονδίνου ετοιμάζεται να καλέσει ως μάρτυρες υψηλόβαθμα και πρώην κυβερνητικά στελέχη. Η έρευνα αφορά τη σχέση του Μάντελσον με τον καταδικασμένο για σεξουαλικά εγκλήματα Τζέφρι Έπσταϊν και πιθανή κατάχρηση δημόσιου αξιώματος.
Η σύλληψη Μάντελσον και οι κατηγορίες
Ο Μάντελσον συνελήφθη στις 23 Φεβρουαρίου με την υποψία «παράβασης καθήκοντος σε δημόσιο αξίωμα», μετά τη δημοσιοποίηση ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τις αμερικανικές «Epstein files» που φέρονται να καταδεικνύουν εκτεταμένη επικοινωνία του με τον Έπσταϊν ενώ κατείχε κυβερνητικές θέσεις. Μέχρι στιγμής δεν του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες. Οι δικηγόροι του δηλώνουν ότι συνεργάζεται πλήρως με τις αρχές και ότι «υπέρτατη προτεραιότητά» του είναι να καθαρίσει το όνομά του.
Στην καρδιά της έρευνας βρίσκεται η υποψία ότι ο Μάντελσον ενδέχεται να διέρρευσε ευαίσθητες, πιθανώς πληροφορίες με επίδραση στις αγορές, προς τον Έπσταϊν, σε περίοδο που βρισκόταν στον πυρήνα της κυβέρνησης. Η διάσταση αυτή συνδέει την υπόθεση όχι μόνο με ζητήματα ηθικής και διαφάνειας, αλλά και με την εμπιστοσύνη στις αγορές και τη διαχείριση κρίσιμων οικονομικών δεδομένων από την εκτελεστική εξουσία.
Πιθανοί μάρτυρες και πολιτικός αντίκτυπος
Σύμφωνα με πηγή με γνώση της έρευνας, η αστυνομία είναι έτοιμη να επεκτείνει τις καταθέσεις και ενδέχεται μέσα στις επόμενες εβδομάδες να καλέσει ανώτατα και πρώην κυβερνητικά στελέχη ως μάρτυρες. Τυπικά, η κλήση ως μάρτυρα δεν συνεπάγεται υπόνοια ποινικής ευθύνης, ωστόσο πολιτικά το βάρος είναι τεράστιο.
Στο επίκεντρο βρίσκεται ο πρωθυπουργός Κιρ Στάρμερ, ο οποίος δέχεται πίεση για όσα δήλωσε ο Μάντελσον στη διαδικασία που οδήγησε στον διορισμό του ως πρέσβη στην Ουάσιγκτον. Ο Στάρμερ υποστηρίζει ότι παραπλανήθηκε από τον έμπειρο πολιτικό των Εργατικών, αφήνοντας να εννοηθεί ότι δεν είχε πλήρη εικόνα για τις επαφές με τον Έπσταϊν.
Η βρετανική πολιτική ιστορία προσφέρει ελάχιστα προηγούμενα ανάκρισης εν ενεργεία πρωθυπουργού ως μάρτυρα. Ο Τόνι Μπλερ είχε δώσει κατάθεση το 2006 στην υπόθεση «cash-for-honors», ενώ ο Μπόρις Τζόνσον απάντησε εγγράφως σε ερωτήσεις της αστυνομίας το 2022 για τα κορονοπάρτι στην Ντάουνινγκ Στριτ. Στην παρούσα φάση, οι αρχές φαίνεται να έχουν πολλαπλά νήματα να ακολουθήσουν προτού ληφθεί μια τόσο θεσμικά ευαίσθητη απόφαση.
Ο κύκλος των προσώπων υπό διερεύνηση
Υπό εξέταση φέρεται να βρίσκεται και ο Μόργκαν ΜακΣουίνι, πρώην διευθυντής του πρωθυπουργικού γραφείου και στενός σύμβουλος του Στάρμερ για τον διορισμό Μάντελσον. Ο ισχυρός αυτός παράγοντας παραιτήθηκε πρόσφατα, καθώς η κριτική για τη διαδικασία επιλογής του πρέσβη κλιμακώθηκε.
Πιθανοί μάρτυρες είναι επίσης ο πρώην πρωθυπουργός Γκόρντον Μπράουν, υπό τον οποίο ο Μάντελσον συμμετείχε στο υπουργικό συμβούλιο όταν φέρεται να διέρρεε ευαίσθητες πληροφορίες σχετικές με την κρίση του 2008. Ο Μπράουν έχει ήδη προσφέρει εθελοντικά στοιχεία στη Σκότλαντ Γιαρντ για υποτιθέμενες διαρροές εκείνης της περιόδου. Στο μικροσκόπιο μπορεί να βρεθεί και ο Ντάρεν Τίρνι, τότε επικεφαλής της κυβερνητικής Ομάδας Δεοντολογίας και Ιδιοκτησίας, που είχε την ευθύνη των ελέγχων «due diligence» για τον Μάντελσον.
Καμία από τις παραπάνω προσωπικότητες δεν έχει, μέχρι στιγμής, λάβει επίσημη πρόσκληση για κατάθεση. Ωστόσο, η ίδια η συζήτηση για τον πιθανό ρόλο τους στη διερεύνηση υπογραμμίζει πόσο βαθιά μπορεί να φτάσει η υπόθεση στον ιστό της βρετανικής εξουσίας, από τις διαδικασίες διορισμού κορυφαίων αξιωματούχων μέχρι τη διαχείριση εμπιστευτικών οικονομικών πληροφοριών σε περιόδους κρίσης.
Σχόλιο
: Η υπόθεση Μάντελσον δεν είναι απλώς ένα ακόμη σκάνδαλο γύρω από τον Έπσταϊν, αλλά ένα τεστ αντοχής για τους θεσμούς λογοδοσίας στο Ηνωμένο Βασίλειο. Αν η έρευνα αγγίξει ενεργούντα και πρώην πρωθυπουργούς, θα επαναφέρει στο προσκήνιο το διαχρονικό ζήτημα της διαφάνειας στις κυβερνητικές αποφάσεις, της επάρκειας των ελέγχων «due diligence» και της σχέσης πολιτικής εξουσίας – αγορών. Για τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, πρόκειται για ακόμη μία υπενθύμιση ότι η θεσμική αξιοπιστία αποτελεί κρίσιμο οικονομικό μέγεθος, ιδίως όταν εμπλέκονται πληροφορίες με πιθανή επίδραση στις χρηματαγορές.






