Η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η συγκρουσιακή στάση Τραμπ αναγκάζουν το Λονδίνο να επαναξιολογήσει τη στρατηγική απόσταση από την Ευρώπη. Δέκα χρόνια μετά το Brexit, η ιδέα στενότερης συνεργασίας με την ΕΕ κερδίζει έδαφος στην κοινή γνώμη και στο πολιτικό σύστημα.
Δέκα χρόνια μετά το δημοψήφισμα του Brexit, η Βρετανία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια σκληρή γεωπολιτική και οικονομική πραγματικότητα που αναδεικνύει τα όρια της απομόνωσης. Η κλιμάκωση του πολέμου με το Ιράν, η απειλή για τον διάδρομο του Ορμούζ και η προοπτική παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης λειτουργούν ως επιταχυντής μιας αργής αλλά σταθερής επαναπροσέγγισης με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράδοξος καταλύτης αυτής της στροφής είναι ο ίδιος ο Ντόναλντ Τραμπ, του οποίου η επιθετική και απρόβλεπτη στάση ωθεί το Λονδίνο –και ευρύτερα την Ευρώπη– σε στενότερη σύμπλευση.
Ο Τραμπ ως παράγοντας ευρωπαϊκής συσπείρωσης
Οι πρόσφατες εξελίξεις στον Περσικό Κόλπο, με την απειλή διακοπής της ροής πετρελαίου από τα στενά του Ορμούζ, έχουν ήδη πρακτικές επιπτώσεις: προειδοποιήσεις για ελλείψεις καυσίμων, κίνδυνο ακυρώσεων πτήσεων και περαιτέρω άνοδο του κόστους διαβίωσης για τα νοικοκυριά. Την ώρα που πάνω από 40 χώρες συζητούν στο Λονδίνο τρόπους αποσυμφόρησης της κατάστασης, η αμερικανική ηγεσία εμφανίζεται περισσότερο ως μέρος του προβλήματος παρά της λύσης.
Οι προσωπικές επιθέσεις του Τραμπ εναντίον Ευρωπαίων ηγετών, από τα ειρωνικά σχόλια για τον Εμανουέλ Μακρόν έως τη δημόσια απαξίωση των βρετανικών αεροπλανοφόρων, υπονομεύουν την αξιοπιστία της διατλαντικής συμμαχίας. Η απειλή αποχώρησης των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ και η προηγηθείσα απόπειρα «προσάρτησης» της Γροιλανδίας έχουν πείσει πολλούς Ευρωπαίους ότι η Ουάσιγκτον όχι μόνο δεν μπορεί πλέον να θεωρείται αυτονόητος εγγυητής ασφάλειας, αλλά δυνητικά μετατρέπεται στην ίδια την πηγή της κρίσης.
Το αποτέλεσμα είναι μια πρωτοφανής τάση συσπείρωσης εντός της Ευρώπης, με τις γραμμές μεταξύ κρατών-μελών και μη, όπως η Βρετανία, να θολώνουν στο πεδίο της άμυνας και της ασφάλειας. Ακόμη και η Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι, που θεωρούνταν από τους πιο φιλικούς προς τον Τραμπ εταίρους, αρνήθηκε πρόσφατα την παραχώρηση βάσης στη Σικελία για αμερικανικά αεροσκάφη που μεταφέρουν οπλισμό προς το μέτωπο με το Ιράν.
Η βρετανική πολιτική αναγκάζεται να επανεξετάσει το Brexit
Στο εσωτερικό της Βρετανίας, η μετατόπιση είναι εξίσου ορατή. Σύμφωνα με πρόσφατες δημοσκοπήσεις, περίπου το 63% των πολιτών θα ψήφιζε υπέρ της επανένταξης στην ΕΕ, εάν διεξαγόταν νέο δημοψήφισμα. Το κλίμα έχει αλλάξει: οι αρχιτέκτονες του Brexit αποφεύγουν πλέον να το επικαλούνται, ενώ οι παραδοσιακοί «remainers» βλέπουν το ρεύμα να γυρίζει υπέρ τους.
Ο Κιρ Στάρμερ, ανοίγοντας την προεκλογική εκστρατεία για τις τοπικές εκλογές, υπογράμμισε ότι σε ένα περιβάλλον γεμάτο γεωπολιτικούς και οικονομικούς κλυδωνισμούς, το εθνικό συμφέρον επιβάλλει στενότερη συνεργασία με την Ευρώπη. Η Ρέιτσελ Ριβς έχει ήδη συνδέσει την ανάγκη για ανάπτυξη και επενδύσεις με την αποδόμηση των πιο σκληρών πτυχών του Brexit, το οποίο εκτιμάται ότι έχει αφαιρέσει έως και 8% από το ΑΕΠ και περίπου 18% από τις επενδύσεις.
Χωρίς να αγγίζει το ταμπού της ελεύθερης μετακίνησης εργαζομένων, η ηγεσία των Εργατικών εξετάζει εναλλακτικά εργαλεία, όπως ένα πρόγραμμα κινητικότητας νέων κάτω των 25 ετών για εργασία και σπουδές στην Ευρώπη, καθώς και στενότερη ευθυγράμμιση με τους κανόνες της ΕΕ σε τομείς όπως τα τρόφιμα και τα ποτά. Οι συμβολικές αντιδράσεις των πρώτων χρόνων του Brexit –για παράδειγμα σε ζητήματα επισήμανσης προϊόντων– δείχνουν πλέον να έχουν εξανεμιστεί μπροστά στην πίεση του κόστους ζωής και της διεθνούς αβεβαιότητας.
Η επόμενη μέρα για τη σχέση Λονδίνου–Βρυξελλών
Κανείς δεν αναμένει ότι η Βρετανία θα επανενταχθεί στην ΕΕ άμεσα. Η Ένωση έχει ήδη εξελιχθεί θεσμικά και πολιτικά χωρίς το Λονδίνο, ενώ οι εσωτερικές πολιτικές γραμμές στο Ηνωμένο Βασίλειο παραμένουν εύθραυστες. Ωστόσο, η ιδέα δημιουργίας μιας νέας, πιο ευέλικτης αρχιτεκτονικής σχέσεων, με εμβάθυνση στην άμυνα, το εμπόριο και τις επενδύσεις, παύει να μοιάζει ουτοπική. Η πραγματικότητα των κρίσεων –από την ενέργεια έως τις εφοδιαστικές αλυσίδες– ωθεί τις ευρωπαϊκές οικονομίες σε συνεργασία.
Για τις αγορές, η σταδιακή επαναπροσέγγιση Λονδίνου–Βρυξελλών θα μπορούσε να σημαίνει μείωση ρίσκου, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο ρυθμιστικό περιβάλλον και αναθέρμανση των διασυνοριακών επενδύσεων. Το ερώτημα είναι αν η βρετανική πολιτική τάξη θα επιδείξει το απαιτούμενο θάρρος για να παραδεχθεί τα όρια του μοντέλου «μοναχικής» Βρετανίας και να χτίσει, με ρεαλισμό, μια νέα σχέση αλληλεξάρτησης με την Ευρώπη.
Σχόλιο
: Η προεδρία Τραμπ λειτουργεί ως καταλύτης για τη στρατηγική αυτονόμηση της Ευρώπης και την αναθεώρηση του Brexit. Η Βρετανία φαίνεται να συνειδητοποιεί ότι το γεωπολιτικό και οικονομικό κόστος της αποσύνδεσης από την ΕΕ υπερβαίνει τα θεωρητικά οφέλη κυριαρχίας. Αν η τάση αυτή παγιωθεί, θα δούμε μια Ευρώπη πιο ενωμένη, αλλά και μια Βρετανία υποχρεωμένη να διαπραγματευτεί από ασθενέστερη θέση τους όρους επανένταξης σε ένα αναδυόμενο, πολυεπίπεδο ευρωπαϊκό πλαίσιο συνεργασίας.






