Η Ουάσιγκτον και η Τεχεράνη ξεκινούν σήμερα υψηλού ρίσκου διαπραγματεύσεις στο Ισλαμαμπάντ, με στόχο τον τερματισμό του εξαεβδομαδιαίου πολέμου. Οι σκληρές προϋποθέσεις της Τεχεράνης και η επιθετική ρητορική Τραμπ σκιάζουν τις πιθανότητες επιτυχίας.
Σε μια από τις πιο κρίσιμες διπλωματικές δοκιμασίες των τελευταίων ετών, Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν ετοιμάζονται να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι στο Ισλαμαμπάντ, σε συνομιλίες που το Πακιστάν χαρακτηρίζει «σημείο χωρίς επιστροφή» για τον τερματισμό του εξαεβδομαδιαίου πολέμου. Οι διαπραγματεύσεις διεξάγονται υπό το βάρος μιας εύθραυστης, δύο εβδομάδων εκεχειρίας, που έχει παγώσει τα πλήγματα ΗΠΑ–Ισραήλ κατά του Ιράν, χωρίς όμως να ανοίξει εκ νέου τα Στενά του Ορμούζ ή να σταματήσει τους ισραηλινούς βομβαρδισμούς στον Λίβανο.
Σκληρές θέσεις Τεχεράνης και κλιμάκωση Τραμπ
Επικεφαλής της αμερικανικής αποστολής είναι ο αντιπρόεδρος JD Vance, πλαισιωμένος από τον ειδικό απεσταλμένο του Λευκού Οίκου Στιβ Γουίτκοφ και τον σύμβουλο Τζάρεντ Κούσνερ. Η ιρανική πλευρά εκπροσωπείται από τον πρόεδρο της Βουλής Μοχαμάντ Μπακέρ Κάλιμπαφ και τον υπουργό Εξωτερικών Αμπάς Αρακτσί, οι οποίοι έφθασαν στην πακιστανική πρωτεύουσα μία ημέρα νωρίτερα.
Ο Κάλιμπαφ έσπευσε να σκληρύνει το κλίμα, δηλώνοντας πως οι συνομιλίες δεν θα ξεκινήσουν αν πρώτα η Ουάσιγκτον δεν αποδεσμεύσει ιρανικά περιουσιακά στοιχεία και δεν επεκτείνει την εκεχειρία στον Λίβανο, όπου οι ισραηλινές επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ έχουν προκαλέσει σχεδόν 2.000 θανάτους από τις 28 Φεβρουαρίου. Η Τεχεράνη θεωρεί τον λιβανικό μέτωπο αναπόσπαστο μέρος της σύγκρουσης, την ώρα που ΗΠΑ και Ισραήλ υποστηρίζουν ότι ο Λίβανος δεν καλύπτεται από την εκεχειρία.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, λίγες ώρες πριν από την έναρξη των επαφών, υιοθέτησε ιδιαίτερα σκληρή γραμμή, υποστηρίζοντας ότι το Ιράν «δεν έχει κανένα χαρτί» πέρα από τον αποκλεισμό των Στενών του Ορμούζ, τον οποίο περιέγραψε ως «βραχυπρόθεσμο εκβιασμό του κόσμου μέσω διεθνών υδάτων». Σε ανάρτησή του υποστήριξε ακόμη ότι «ο μόνος λόγος που είναι ζωντανοί σήμερα είναι για να διαπραγματευτούν», επιβεβαιώνοντας ότι η Ουάσιγκτον προσέρχεται με λογική μέγιστης πίεσης.
Ο ρόλος του Πακιστάν και τα γεωοικονομικά διακυβεύματα
Η επιλογή του Πακιστάν ως μεσολαβητή δεν είναι τυχαία. Η Ισλαμαμπάντ διατηρεί ιστορικά καλές σχέσεις με την Τεχεράνη –το Ιράν ήταν η πρώτη χώρα που αναγνώρισε το πακιστανικό κράτος το 1947– αλλά και στενούς δεσμούς ασφαλείας με τις ΗΠΑ, οι οποίες το θεωρούν μείζονα μη-ΝΑΤΟϊκό σύμμαχο. Παράλληλα, το Πακιστάν έχει ζωτικό συμφέρον να τερματιστεί η κρίση: εισάγει το μεγαλύτερο μέρος του πετρελαίου του από τα κράτη του Κόλπου, τα οποία έχουν βρεθεί στο στόχαστρο ιρανικών επιθέσεων, ενώ το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ έχει εκτοξεύσει τις τιμές καυσίμων στη χώρα κατά περίπου 20%.
Η Ισλαμαμπάντ έχει και ιστορικό ρόλο σε προηγούμενες διεθνείς διαμεσολαβήσεις, από την προετοιμασία της επίσκεψης Νίξον στην Κίνα το 1972 μέχρι τις επαφές ΗΠΑ–Ταλιμπάν το 2020. Σήμερα επιδιώκει όχι μόνο να αποτρέψει περαιτέρω αποσταθεροποίηση στα σύνορά της, αλλά και να κεφαλαιοποιήσει διπλωματικά σε μια επιτυχία που θα την αναβαθμίσει σε κεντρικό παίκτη του μουσουλμανικού κόσμου.
Εύθραυστη εκεχειρία, αβέβαιες προοπτικές
Παρά την προσωρινή παύση των αμερικανοϊσραηλινών πληγμάτων στο ιρανικό έδαφος, το μέτωπο στον Λίβανο παραμένει φλεγόμενο, με συνεχιζόμενες επιθέσεις κατά της Χεζμπολάχ και ρουκετοβολισμούς σε ισραηλινό έδαφος. Η μη επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ διατηρεί σε ομηρία τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου, αυξάνοντας τις πιέσεις στις αγορές ενέργειας και στις κυβερνήσεις διεθνώς.
Ο Πακιστανός πρωθυπουργός Σέχμπαζ Σαρίφ έχει χαρακτηρίσει τις συνομιλίες «make-or-break moment», αναγνωρίζοντας ότι μια αποτυχία θα μπορούσε να οδηγήσει σε επανάληψη και κλιμάκωση των εχθροπραξιών. Παράλληλα, παραμένει ασαφές κατά πόσο το ιρανικό καθεστώς, που εμφανίζει εσωτερικές ρωγμές, μπορεί να διαχειριστεί έναν δύσκολο συμβιβασμό χωρίς να απειληθεί η συνοχή του.
Σχόλιο
: Η διαπραγμάτευση στο Ισλαμαμπάντ δεν αφορά μόνο τον τερματισμό ενός πολέμου, αλλά τον επανακαθορισμό των ισορροπιών σε Μέση Ανατολή και ενεργειακές αγορές. Αν Πακιστάν, ΗΠΑ και Ιράν καταλήξουν σε συμφωνία που θα ανοίγει τα Στενά του Ορμούζ και θα σταθεροποιεί τον Λίβανο, θα έχουμε ένα σενάριο αποκλιμάκωσης με θετικές επιπτώσεις και για την ευρωπαϊκή –άρα και την ελληνική– οικονομία. Αν αποτύχουν, η επιστροφή στη στρατιωτική κλιμάκωση θα επιταχύνει την αποσύνθεση της περιφερειακής ασφάλειας και θα ενισχύσει τις πληθωριστικές πιέσεις διεθνώς.






