Η κυβέρνηση Τραμπ διαμηνύει ότι είναι έτοιμη να βοηθήσει το Ιράν να «ευημερήσει», εφόσον δεσμευθεί μόνιμα να μην αποκτήσει πυρηνικά όπλα. Παράλληλα, η διεθνής διπλωματία εντείνει τις προσπάθειες για κατάπαυση του πυρός σε Λίβανο και επανέναρξη συνομιλιών ΗΠΑ–Ιράν.
ΗΠΑ και Ιράν φαίνεται να δοκιμάζουν εκ νέου τα όρια της διπλωματίας, την ώρα που ο πόλεμος στην περιοχή κλιμακώνει τους κινδύνους για μια ευρύτερη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή. Ο Αμερικανός αντιπρόεδρος JD Vance αποκάλυψε ότι ο Ντόναλντ Τραμπ επιδιώκει μια «μεγάλη συμφωνία» με την Τεχεράνη, με πυρήνα την οριστική εγκατάλειψη της προοπτικής πυρηνικού οπλοστασίου από το Ιράν.
Το πλαίσιο της αμερικανικής πρότασης προς την Τεχεράνη
Σύμφωνα με τον Vance, ο Λευκός Οίκος στέλνει σαφές μήνυμα: «αν δεσμευτείτε ότι δεν θα αποκτήσετε ποτέ πυρηνικό όπλο, θα κάνουμε το Ιράν να ευημερήσει». Η αμερικανική πλευρά παρουσιάζει την πρόταση ως μια ευκαιρία για την Τεχεράνη να «προοδεύσει και να ενταχθεί στην παγκόσμια οικονομία», συνδέοντας άμεσα την άρση της διεθνούς απομόνωσης με την πυρηνική αποστράτευση.
Ο Vance, που ηγήθηκε της αμερικανικής αντιπροσωπείας στον πρώτο γύρο συνομιλιών στο Πακιστάν, παραδέχθηκε ότι η βαθιά δυσπιστία ανάμεσα στις δύο χώρες δεν μπορεί να εξαλειφθεί «εν μια νυκτί». Ωστόσο, τόνισε ότι οι Ιρανοί διαπραγματευτές «ήθελαν συμφωνία», αφήνοντας να εννοηθεί ότι παρά την αρχική αποτυχία των συνομιλιών, υπάρχουν ακόμη περιθώρια σύγκλισης.
Ο Ντόναλντ Τραμπ, από την πλευρά του, εμφανίζεται να απορρίπτει μια περιορισμένη, τεχνική συμφωνία, επιδιώκοντας μια συνολική διευθέτηση που θα καλύπτει το πυρηνικό πρόγραμμα, τις κυρώσεις και πιθανώς τον ρόλο του Ιράν στις περιφερειακές συγκρούσεις. Μια τέτοια «μεγάλη συμφωνία» θα είχε σημαντικές οικονομικές προεκτάσεις, τόσο για τις ενεργειακές αγορές όσο και για τις ισορροπίες ασφάλειας στη Μέση Ανατολή.
Διεθνείς πιέσεις για κατάπαυση του πυρός και επανέναρξη διαπραγματεύσεων
Σε παράλληλο διπλωματικό μέτωπο, δέκα χώρες –μεταξύ τους Καναδάς, Ηνωμένο Βασίλειο, Αυστραλία, Βραζιλία και Ιαπωνία– ζήτησαν «επείγουσα» παύση των εχθροπραξιών στον Λίβανο, εκφράζοντας βαθιά ανησυχία για την ανθρωπιστική κρίση και την εκτόπιση πληθυσμών. Στη κοινή τους δήλωση καταδίκασαν επίσης τη δολοφονία τριών κυανόκρανων τον Μάρτιο, ενώ προκαταρκτική έρευνα του ΟΗΕ αποδίδει τις επιθέσεις σε ισραηλινό πυροβολικό και εκρηκτικό μηχανισμό που αποδίδεται στη Χεζμπολάχ.
Ο γενικός γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες δήλωσε ότι είναι «πολύ πιθανό» οι συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν να ξαναρχίσουν, μετά τον αποτυχημένο πρώτο γύρο στο Ισλαμαμπάντ. Τόνισε ότι «δεν υπάρχει στρατιωτική λύση» στη σύγκρουση και ότι απαιτούνται «σοβαρές διαπραγματεύσεις» για να αποτραπεί περαιτέρω κλιμάκωση.
Στο μεταξύ, η Ουάσιγκτον διατηρεί ναυτικό αποκλεισμό στα Στενά του Ορμούζ, κομβική δίοδο για τις παγκόσμιες ροές πετρελαίου, με αναλύσεις να δείχνουν ότι κάποια πλοία συνεχίζουν να διέρχονται παρά τους αμερικανικούς ισχυρισμούς. Η συνέχιση του αποκλεισμού κρατά σε εγρήγορση τις αγορές ενέργειας και αυξάνει την πίεση προς την Τεχεράνη.
Η ανταλλαγή κρατουμένων μεταξύ Γαλλίας και Ιράν, με την επιστροφή στην Τεχεράνη της φοιτήτριας Mahdieh Esfandiari και την απελευθέρωση δύο Γάλλων που κατηγορούνταν για κατασκοπεία, δείχνει ότι, παρά τον πόλεμο, δίαυλοι επικοινωνίας παραμένουν ανοικτοί. Ωστόσο, το κατά πόσο αυτές οι κινήσεις καλής θέλησης θα μεταφραστούν σε μια βιώσιμη πολιτική λύση παραμένει αβέβαιο.
Σχόλιο
: Η ρητορική περί «ευημερίας» του Ιράν αν εγκαταλείψει τα πυρηνικά αντανακλά μια κλασική αμερικανική στρατηγική «καρότου και μαστιγίου»: υπόσχεση οικονομικής ενσωμάτωσης υπό την απειλή κυρώσεων και στρατιωτικής πίεσης. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν η Τεχεράνη θεωρεί αξιόπιστες τις αμερικανικές εγγυήσεις μετά τις διαδοχικές αποχωρήσεις από προηγούμενες συμφωνίες. Χωρίς μηχανισμούς αμοιβαίας ασφάλειας και σταδιακής άρσης των κυρώσεων, ακόμη και μια «μεγάλη συμφωνία» κινδυνεύει να παραμείνει περισσότερο εργαλείο τακτικής πίεσης παρά ρεαλιστική προοπτική ειρήνης.






