Η Ουάσιγκτον κλιμακώνει τη ρητορική έναντι της Τεχεράνης, με τον Ντόναλντ Τραμπ να εμφανίζεται σε «λειτουργία πρόκλησης». Η αβεβαιότητα για τις επόμενες κινήσεις των ΗΠΑ ενισχύει τον κίνδυνο στρατιωτικής κλιμάκωσης.
Η αμερικανική διοίκηση εμφανίζεται σε φάση έντονης αντιπαράθεσης με το Ιράν, καθώς ανώτερος αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται σε «mode πρόκλησης» ενόψει κρίσιμης προθεσμίας για επίτευξη συμφωνίας με την Τεχεράνη. Σύμφωνα με την περιγραφή του αξιωματούχου, ο Τραμπ είναι ιδιαίτερα περήφανος για πρόσφατη στρατιωτική επιχείρηση διάσωσης αγνοούμενου αεροπόρου, γεγονός που ενισχύει το αφήγημα αποφασιστικότητας και σκληρής στάσης.
Μέγιστη πίεση με περιορισμένες προσδοκίες για διπλωματία
Ο ίδιος αξιωματούχος υπογράμμισε ότι ο Αμερικανός πρόεδρος παραμένει «θεωρητικά ανοικτός» σε διπλωματική λύση με το Ιράν, ωστόσο δεν αναμένει στην πράξη ότι θα υπάρξει συμφωνία. Η στρατηγική της Ουάσιγκτον συνεχίζει να στηρίζεται στο δόγμα της «μέγιστης πίεσης», με συνδυασμό οικονομικών, διπλωματικών και στρατιωτικών μέσων, προκειμένου να εξαναγκαστεί η ιρανική ηγεσία σε υποχώρηση. Η ρητορική του Τραμπ, σύμφωνα με τον αξιωματούχο, έχει στόχο να καταδείξει «πόσο επιθετικός είναι διατεθειμένος να γίνει», στέλνοντας μήνυμα τόσο προς την Τεχεράνη όσο και προς συμμάχους και αντιπάλους στην περιοχή.
Την ίδια στιγμή, άλλος αξιωματούχος της κυβέρνησης επιβεβαίωσε ότι δεν έχει ληφθεί οριστική απόφαση για το πώς θα αντιδράσουν οι ΗΠΑ σε περίπτωση που το Ιράν δεν αποδεχθεί συμφωνία μέχρι την προθεσμία των 20:00 ώρα Ανατολικής Ακτής. Η ύπαρξη συγκεκριμένου χρονικού ορίου αυξάνει την ένταση και δημιουργεί κλίμα «αντίστροφης μέτρησης» σε μια ήδη εύφλεκτη γεωπολιτική συγκυρία στη Μέση Ανατολή.
Κίνδυνος κλιμάκωσης και μηνύματα αποτροπής
Ο Τραμπ είχε προηγουμένως προειδοποιήσει με δραματικούς τόνους ότι «μια ολόκληρη πολιτισμένη κοινωνία θα πεθάνει απόψε» εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία, διατύπωση που ερμηνεύεται ως προσπάθεια αποτροπής αλλά και ως κλιμάκωση της απειλής χρήσης στρατιωτικής ισχύος. Η φρασεολογία αυτή ενισχύει την αβεβαιότητα για το εύρος της πιθανής αμερικανικής αντίδρασης, από στοχευμένα πλήγματα μέχρι ευρύτερη σύγκρουση.
Για τους συμμάχους των ΗΠΑ, ιδίως στην Ευρώπη, η στάση της Ουάσιγκτον δημιουργεί δίλημμα: από τη μία, η ανάγκη ανάσχεσης της ιρανικής επιρροής και του πυρηνικού της προγράμματος· από την άλλη, ο φόβος μιας γενικευμένης ανάφλεξης που θα είχε σοβαρές επιπτώσεις στην ενεργειακή ασφάλεια, στις αγορές πετρελαίου και στη διεθνή σταθερότητα. Η Ελλάδα, ως χώρα με ναυτιλιακά και ενεργειακά συμφέροντα στην περιοχή, παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις, καθώς οποιαδήποτε διαταραχή στις θαλάσσιες οδούς και στις τιμές ενέργειας θα είχε άμεσο οικονομικό αντίκτυπο.
Η εικόνα που αναδύεται από τις δηλώσεις αξιωματούχων είναι μιας αμερικανικής προεδρίας που επενδύει στη σκληρή ρητορική και στην επίδειξη στρατιωτικής αποφασιστικότητας, αφήνοντας ωστόσο μια περιορισμένη χαραμάδα για διαπραγμάτευση. Το κατά πόσο αυτό θα οδηγήσει σε συμβιβασμό ή σε νέα κρίση, θα κριθεί από τις επόμενες ώρες και την αντίδραση της Τεχεράνης.
Σχόλιο
: Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί εσκεμμένα τη ρητορική έντασης ως εργαλείο διαπραγμάτευσης, όμως η λεπτή γραμμή μεταξύ αποτροπής και ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης καθιστά την τρέχουσα συγκυρία εξαιρετικά επικίνδυνη για τη Μέση Ανατολή, τις αγορές ενέργειας και τη διεθνή ασφάλεια.






