Όλο και περισσότερα αμερικανικά νοικοκυριά επενδύουν σε ηλιακά πάνελ, μπαταρίες και αντλίες θερμότητας για να περιορίσουν τους λογαριασμούς ενέργειας. Παρά τις πολιτικές ανατροπές, η ενεργειακή αυτοπαραγωγή εξελίσσεται σε κεντρικό πυλώνα της πράσινης μετάβασης στις ΗΠΑ.
Η εκτόξευση των τιμών ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων, σε συνδυασμό με πρωτοφανείς καύσωνες και συχνές διακοπές ρεύματος, ωθεί ολοένα περισσότερους Αμερικανούς στην επιλογή της ενεργειακής αυτονομίας. Η εγκατάσταση φωτοβολταϊκών στις στέγες, σε συνδυασμό με μπαταρίες και αντλίες θερμότητας, μετατρέπει τα σπίτια σε μικρά, αυτόνομα ενεργειακά συστήματα που μειώνουν δραστικά το κόστος και αυξάνουν την ανθεκτικότητα απέναντι σε μπλακ άουτ.
Οικονομία λογαριασμών και ασπίδα απέναντι στις διακοπές ρεύματος
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Μπράιαν ΜακΓκόουαν στην Πενσιλβάνια. Χάρη στην εκτεταμένη εγκατάσταση φωτοβολταϊκών, μπαταριών και αντλίας θερμότητας, οι ετήσιες δαπάνες του για ρεύμα περιορίστηκαν περίπου στα 150 δολάρια, όταν υπό κανονικές συνθήκες θα ξεπερνούσαν τα 2.000 δολάρια για ηλεκτρική ενέργεια, 1.000 δολάρια για φυσικό αέριο και πάνω από 2.000 δολάρια για πετρέλαιο θέρμανσης. Ταυτόχρονα, η χρήση ηλεκτρικού αυτοκινήτου τον απαλλάσσει από τα ολοένα ακριβότερα καύσιμα κίνησης.
Από ένα μικρό σύστημα που κάλυπτε μόνο βασικές ανάγκες σε περιόδους διακοπών, ο ΜακΓκόουαν έχει πλέον δύο παράλληλα συστήματα: ένα εκτός δικτύου και ένα συνδεδεμένο με το δίκτυο, με 30 πάνελ και μπαταρίες. Όταν η γειτονιά βυθίζεται στο σκοτάδι, στο δικό του σπίτι η διακοπή αντιστοιχεί απλώς σε ένα «φλικέρ» στα φώτα.
Αντίστοιχη στρατηγική ακολουθεί και ο Τζον Σπέτσια στο Κολοράντο, ο οποίος εδώ και χρόνια παράγει ηλιακή ενέργεια και πρόσφατα εγκατέστησε αντλία θερμότητας, απενεργοποιώντας πλήρως την παροχή φυσικού αερίου. Σε περιόδους υψηλής ηλιοφάνειας, το σπίτι του παράγει περισσότερη ενέργεια από όση καταναλώνει, διοχετεύοντας την περίσσεια στο δίκτυο και «τραπεζεύοντας» κιλοβατώρες για τους χειμερινούς μήνες.
Ρυθμιστικό πλαίσιο, απόσβεση επένδυσης και πολιτικές τριβές
Μελέτη του Στάνφορντ δείχνει ότι περίπου 60% των νοικοκυριών θα είχαν και οικονομικό όφελος από τον συνδυασμό ηλιακών και αποθήκευσης, πέρα από την ανθεκτικότητα σε διακοπές ρεύματος. Ωστόσο, η εξίσωση εξαρτάται από κρίσιμους παράγοντες: ηλιακό δυναμικό της περιοχής, κόστος εγκατάστασης, τιμή χρέωσης ανά κιλοβατώρα και –κυρίως– το καθεστώς αποζημίωσης για την ενέργεια που επιστρέφεται στο δίκτυο.
Στις ΗΠΑ εφαρμόζονται διαφορετικά μοντέλα ανά πολιτεία. Στο «net metering» ο καταναλωτής πιστώνεται στην τιμή λιανικής, ενώ στο «net billing» αποζημιώνεται με τη χονδρική τιμή. Στην Καλιφόρνια, για παράδειγμα, η πίστωση αντιστοιχεί περίπου στο 25% της λιανικής τιμής, γεγονός που καθιστά οικονομικά ελκυστική την προσθήκη μπαταριών ώστε η παραγόμενη ενέργεια να καταναλώνεται επιτόπου.
Σύμφωνα με οργανώσεις όπως η Solar United Neighbors, ο χρόνος απόσβεσης μιας οικιακής φωτοβολταϊκής επένδυσης κυμαίνεται από 2 έως 5 έτη σε πολιτείες με ισχυρά κίνητρα και πράσινες πιστώσεις, φτάνοντας έως 7–11 έτη σε περιοχές με χαμηλότερες τιμές ρεύματος ή περιορισμένα κίνητρα.
Παρά τις περικοπές ομοσπονδιακών φορολογικών ελαφρύνσεων υπό τον Ντόναλντ Τραμπ και τις ανατροπές σε πολιτείες όπως η Ιντιάνα και η Καλιφόρνια –όπου μειώθηκαν οι αποζημιώσεις για την ενέργεια που τροφοδοτείται στο δίκτυο και επιβλήθηκαν επιπλέον πάγια σε νοικοκυριά με ηλιακά– η δυναμική παραμένει ισχυρή. Περίπου 5 εκατομμύρια αμερικανικά νοικοκυριά διαθέτουν πλέον μετρημένα φωτοβολταϊκά στέγης, δηλαδή σχεδόν μία στις 30 κατοικίες.
Καθώς οι διακοπές ρεύματος διπλασιάστηκαν σε σχέση με τον μέσο όρο της προηγούμενης δεκαετίας και η ζήτηση από κέντρα δεδομένων αυξάνεται, η ερώτηση που τίθεται για τους καταναλωτές δεν είναι μόνο πόσο θα εξοικονομήσουν, αλλά και πόσο κοστολογούν την «αδιάλειπτη παροχή ενέργειας».
Σχόλιο
: Η αμερικανική εμπειρία δείχνει πως η αποκεντρωμένη παραγωγή ενέργειας δεν είναι μόνο περιβαλλοντική επιλογή, αλλά και στρατηγική άμυνα απέναντι στην ενεργειακή ακρίβεια και την αστάθεια των δικτύων. Για χώρες όπως η Ελλάδα, με υψηλή ηλιοφάνεια αλλά ακόμη σύνθετο ρυθμιστικό πλαίσιο, το παράδειγμα των ΗΠΑ αναδεικνύει ότι το πραγματικό «κλειδί» δεν είναι η τεχνολογία –που πλέον είναι ώριμη και προσιτή– αλλά οι κανόνες αποζημίωσης, τα κίνητρα και η σταθερότητα πολιτικής. Εκεί θα κριθεί αν τα νοικοκυριά θα γίνουν παθητικοί πληρωτές λογαριασμών ή ενεργοί παίκτες στην αγορά ενέργειας.






