Η δημόσια τοποθέτηση του Friedrich Merz ότι οι ΗΠΑ «ταπεινώνονται» από το Ιράν δεν είναι απλώς μια σκληρή δήλωση. Είναι ένδειξη ότι η ευρωπαϊκή πολιτική ελίτ αρχίζει να αποστασιοποιείται ανοιχτά από τη στρατηγική της Ουάσιγκτον.
Μέχρι τώρα, η Ευρώπη κρατούσε χαμηλούς τόνους. Στήριζε χωρίς να ενθουσιάζεται. Τώρα, το αφήγημα αλλάζει. Η παρατεταμένη σύγκρουση, η αποτυχία ουσιαστικής διαπραγμάτευσης και κυρίως το ενεργειακό κόστος έχουν αρχίσει να μετατρέπουν την πολιτική ανοχή σε πολιτική φθορά.
Η αιχμή του Μερτς δεν ήταν τυχαία. Περιέγραψε μια κατάσταση όπου το Ιράν, αντί να πιέζεται, ελέγχει τον ρυθμό των εξελίξεων. Οι επαναλαμβανόμενες αποτυχημένες διπλωματικές πρωτοβουλίες –όπως η ακύρωση των συνομιλιών στο Πακιστάν από τον Donald Trump– ενισχύουν αυτή την εικόνα. Στο perception level, που για τις αγορές είναι εξίσου κρίσιμο με την πραγματικότητα, οι ΗΠΑ δεν φαίνονται να επιβάλλουν όρους. Φαίνονται να ακολουθούν.
Αυτό είναι το σημείο καμπής. Στις γεωπολιτικές συγκρούσεις, η εικόνα ισχύος είναι σχεδόν εξίσου σημαντική με την πραγματική ισχύ. Και αυτή τη στιγμή, η εικόνα αυτή έχει ρωγμές.
Η Ευρώπη, από την πλευρά της, δεν έχει την πολυτέλεια να αγνοεί τις συνέπειες. Η ενεργειακή κρίση που προκαλείται από το κλείσιμο των Στενά του Ορμούζ χτυπά άμεσα τις οικονομίες της. Η αύξηση του κόστους εισαγωγών, που σύμφωνα με την European Commission έχει ήδη ξεπεράσει τα δεκάδες δισεκατομμύρια, πιέζει δημοσιονομικά περιθώρια που ήδη είναι περιορισμένα.
Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις βρίσκονται σε μια δύσκολη θέση. Από τη μία, δεν θέλουν να εμπλακούν στρατιωτικά σε έναν πόλεμο που δεν επέλεξαν. Από την άλλη, δεν μπορούν να αγνοήσουν ότι οι συνέπειες τον καθιστούν de facto δικό τους πρόβλημα.
Ο Emmanuel Macron έχει ήδη προσπαθήσει να κρατήσει ισορροπία, αποδίδοντας ευθύνες και στις δύο πλευρές για την κρίση στο Ορμούζ. Ο Keir Starmer έχει μιλήσει ανοιχτά για τον κίνδυνο η Ευρώπη να “παρασυρθεί” σε μια σύγκρουση χωρίς στρατηγικό έλεγχο. Η Giorgia Meloni κινείται επίσης σε γραμμή επιφυλακτικότητας.
Αυτό που διαμορφώνεται είναι μια σαφής ευρωπαϊκή στάση: πολιτική στήριξη χωρίς στρατιωτική εμπλοκή και αυξανόμενη πίεση για αποκλιμάκωση.
Ο Jens Stoltenberg το έθεσε πιο ωμά. Οι πόλεμοι δεν είναι γραμμικοί. Κλιμακώνονται. Και σε ένα περιβάλλον όπου συνυπάρχουν δύο μεγάλα μέτωπα –Ουκρανία και Μέση Ανατολή– το ρίσκο συστημικής αστάθειας αυξάνεται εκθετικά.
Η πραγματικότητα είναι ότι η Δύση βρίσκεται σε κατάσταση στρατηγικής υπερέκτασης. Δύο παράλληλες κρίσεις, ενεργειακή πίεση και εσωτερικές πολιτικές αντοχές που μειώνονται. Σε αυτό το πλαίσιο, η αντοχή γίνεται πιο κρίσιμος παράγοντας από την ισχύ.
SBC Σχολιο
Αν απογυμνώσεις τη ρητορική, η δήλωση του Μερτς λέει κάτι πολύ απλό: η Ευρώπη αρχίζει να αμφισβητεί την αποτελεσματικότητα της αμερικανικής στρατηγικής.
Και αυτό είναι πρόβλημα.
Γιατί η διατλαντική σχέση βασίζεται στην υπόθεση ότι οι ΗΠΑ έχουν τον έλεγχο των μεγάλων κρίσεων. Όταν αυτή η υπόθεση αμφισβητείται δημόσια, το σύστημα αρχίζει να τρίζει.
Το Ιράν, χωρίς να έχει την ισχύ των ΗΠΑ, έχει καταφέρει κάτι πιο σημαντικό: να ελέγχει το timing. Και σε μια σύγκρουση όπου η οικονομία παίζει καθοριστικό ρόλο, το timing είναι leverage.
Η Ευρώπη βλέπει ότι πληρώνει το κόστος χωρίς να επηρεάζει το αποτέλεσμα. Και αρχίζει να αντιδρά. Όχι επιθετικά, αλλά με αποστασιοποίηση. Αυτό είναι το πρώτο στάδιο στρατηγικής απόκλισης.
Για τις αγορές, το μήνυμα είναι καθαρό. Όσο η Δύση δεν εμφανίζεται συντονισμένη και αποτελεσματική, το risk premium παραμένει υψηλό. Το πετρέλαιο δεν θα αποκλιμακωθεί εύκολα και η ενεργειακή αβεβαιότητα θα συνεχίσει να μεταφέρεται στην πραγματική οικονομία.
Το μεγάλο ρίσκο δεν είναι μόνο η σύγκρουση με το Ιράν. Είναι η φθορά της δυτικής συνοχής.
Και αυτό, ιστορικά, κοστίζει περισσότερο από οποιονδήποτε πόλεμο.







