Το Ιράν βιώνει το μεγαλύτερο μπλακάουτ στο διαδίκτυο στην ιστορία του, με τεράστιες οικονομικές απώλειες και βαθιά κοινωνική πόλωση. Η πρόσβαση στην παγκόσμια πληροφορία έχει μετατραπεί σε προνόμιο για λίγους, ενώ η πλειονότητα μένει εγκλωβισμένη σε ένα αποκομμένο, κρατικά ελεγχόμενο δίκτυο.
Η Τεχεράνη έχει επιβάλει από τα τέλη Φεβρουαρίου το πιο παρατεταμένο και εκτεταμένο μπλακάουτ στο διαδίκτυο που έχει γνωρίσει ποτέ το Ιράν, με αφορμή τις αντικυβερνητικές διαδηλώσεις του Ιανουαρίου και στη συνέχεια τον πόλεμο με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ. Αυτό που παρουσιάζεται ως μέτρο «εθνικής ασφάλειας» έχει εξελιχθεί σε μια μορφή ψηφιακής πολιορκίας με βαριές οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες.
Από την καταστολή των διαδηλώσεων σε καθεστώς «ψηφιακού απαρτχάιντ»
Το καθεστώς των μουλάδων έχει μακρά παράδοση στη χρήση του διαδικτυακού αποκλεισμού ως εργαλείου καταστολής: από τις διαδηλώσεις για τα καύσιμα το 2019, μέχρι το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» το 2022 μετά τον θάνατο της Τζίνα Μάχσα Αμινί. Το τρέχον μπλακάουτ, που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου, ξεπέρασε σε διάρκεια όλα τα προηγούμενα.
Τα στοιχεία της Cloudflare και άλλων οργανισμών παρακολούθησης δείχνουν ότι η κίνηση στο διαδίκτυο έπεσε σχεδόν στο μηδέν τις πρώτες ημέρες, ενώ σήμερα η συνδεσιμότητα παραμένει σε ελάχιστο κλάσμα των φυσιολογικών επιπέδων. Επισήμως, η κυβέρνηση επικαλείται τον κίνδυνο ξένων πρακτόρων και διαρροής ευαίσθητων στρατιωτικών πληροφοριών. Στην πράξη όμως, η πρόσβαση στο παγκόσμιο διαδίκτυο έχει μετατραπεί σε προνόμιο που κατανέμεται με ταξικά και πολιτικά κριτήρια.
Πανεπιστημιακοί, φιλοκυβερνητικοί δημοσιογράφοι ή όσοι συμμετέχουν σε προγράμματα διαδικτυακής προπαγάνδας απολαμβάνουν κανονική σύνδεση. Οι εύποροι καταφεύγουν σε ακριβές VPN, ενώ η πλειονότητα των πολιτών περιορίζεται στο λεγόμενο «εθνικό ίντερνετ», ένα κλειστό, λογοκριμένο δίκτυο με χαμηλή αξιοπιστία και απόλυτη κρατική επιτήρηση. Όπως το περιγράφουν Ιρανοί χρήστες, η χώρα έχει εισέλθει σε μια «εποχή ψηφιακού απαρτχάιντ».
Οικονομική ασφυξία και κατάρρευση ψηφιακής επιχειρηματικότητας
Η οικονομική ζημιά είναι τεράστια. Σύμφωνα με Ιρανούς οικονομολόγους, οι επίσημες εκτιμήσεις της ίδιας της κυβέρνησης ανεβάζουν το άμεσο ημερήσιο κόστος του μπλακάουτ σε περίπου 37,7 εκατ. δολάρια. Μόνο τον Ιανουάριο, οι απώλειες εισοδήματος από πλατφόρμες όπως Instagram, Telegram και WhatsApp υπολογίζονται σε περίπου 185 εκατ. δολάρια, με το 70% των επιχειρήσεων της χώρας να επηρεάζεται με κάποιο τρόπο.
Οι διαδικτυακές μικροεπιχειρήσεις είναι οι πρώτες που συνθλίβονται. Ιδιοκτήτες ηλεκτρονικών καταστημάτων στο Instagram αναφέρουν ότι η δραστηριότητά τους έχει ουσιαστικά μηδενιστεί. Ακόμη και η αγορά VPN δεν δίνει λύση, καθώς οι ίδιοι οι πελάτες τους δεν μπορούν να συνδεθούν. Έτσι, δεν καταστρέφεται μόνο η παραγωγική δυνατότητα ενός ατόμου, αλλά ένα ολόκληρο δίκτυο συναλλαγών και σχέσεων που στηρίζει την ψηφιακή οικονομία.
Ταυτόχρονα, η πρόσβαση σε εναλλακτικές τεχνολογίες όπως το Starlink έχει γίνει απαγορευτικά ακριβή. Εξοπλισμός που στη μαύρη αγορά κόστιζε περίπου 1.000 δολάρια φτάνει πλέον τις 5.000 δολάρια, ενώ η τιμή για ασταθή, φιλτραρισμένη κίνηση μέσω VPN μπορεί να φθάνει το 1 εκατ. τομάν ανά GB, σε μια χώρα όπου ο κατώτατος μισθός είναι γύρω στα 16 εκατ. τομάν τον μήνα. Η πρόσβαση στο διαδίκτυο μετατρέπεται έτσι σε πολυτέλεια για ελάχιστους.
Ανεπαρκές ιρανικό «κινέζικο μοντέλο» και συρρίκνωση της δημόσιας σφαίρας
Η Τεχεράνη ισχυρίζεται ότι το εθνικό της intranet επαρκεί για την επικοινωνία των πολιτών. Ωστόσο, η δυσπιστία απέναντι σε κρατικές εφαρμογές μηνυμάτων είναι διάχυτη, ενισχυμένη από επανειλημμένες καταγγελίες για συλλήψεις που βασίζονται σε ψηφιακή παρακολούθηση. Ακτιβιστές αναφέρουν ακόμη και πρόσβαση των υπηρεσιών ασφαλείας σε συνομιλίες σε WhatsApp και Telegram.
Αναλυτές υποστηρίζουν ότι το Ιράν επιχειρεί να μιμηθεί το κλειστό κινεζικό μοντέλο διαδικτύου, χωρίς όμως να διαθέτει το αντίστοιχο τεχνολογικό οικοσύστημα: δεν υπάρχουν ισχυρές εγχώριες μηχανές αναζήτησης, cloud υποδομές ή δημοφιλείς εθνικές πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης. Το αποτέλεσμα δεν είναι «ψηφιακή αυτονομία» αλλά ψηφιακή στέρηση.
Η αποκοπή από το παγκόσμιο διαδίκτυο συρρικνώνει δραματικά και τη δημόσια σφαίρα. Με τα κοινωνικά δίκτυα να σιγούν, πολλά νοικοκυριά στρέφονται σε δορυφορική τηλεόραση για εξωτερική ενημέρωση, την ώρα που και εκεί καταγράφονται παρεμβολές. Ορισμένα περσόφωνα μέσα στο εξωτερικό επαναφέρουν ακόμη και βραχέα κύματα, μια τεχνολογική «επιστροφή στο παρελθόν» που υπογραμμίζει το βάθος της λογοκρισίας.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι όλα γίνονται για την ασφάλεια της χώρας. Για μεγάλη όμως μερίδα των Ιρανών, το παρατεταμένο μπλακάουτ επιβεβαιώνει ότι το καθεστώς είναι διατεθειμένο να θυσιάσει την οικονομική ανάπτυξη, την κοινωνική συνοχή και τα στοιχειώδη δικαιώματα, προκειμένου να διατηρήσει τον έλεγχο της πληροφορίας και, τελικά, της ίδιας της εξουσίας.
Σχόλιο
: Το ιρανικό μπλακάουτ αποδεικνύει ότι στον 21ο αιώνα η πρόσβαση στο διαδίκτυο είναι κρίσιμη οικονομική υποδομή και όχι πολυτέλεια. Όταν η εξουσία τη χρησιμοποιεί ως μοχλό καταστολής, το τίμημα δεν είναι μόνο πολιτικό· είναι βαθιά αναπτυξιακό, με απώλεια επενδύσεων, φυγή ταλέντου και επιτάχυνση της διεθνούς απομόνωσης μιας ήδη πιεσμένης οικονομίας.
#Ιράν #Διαδίκτυο #Λογοκρισία #ΑνθρώπιναΔικαιώματα #ΨηφιακήΟικονομία






