Το Ισραήλ, χωρίς αμερικανική κάλυψη για παρατεταμένο πόλεμο με το Ιράν, στρέφεται σε ένα υβριδικό μοντέλο πίεσης. Συνδυάζει περιορισμένες επιχειρήσεις, αμερικανοϊρανική διπλωματία και διατήρηση της απειλής μονομερούς στρατιωτικής δράσης.
Η ισραηλινή ηγεσία φαίνεται να εγκαταλείπει την αρχική φιλοδοξία για μια μακρά, ολοκληρωτική σύγκρουση με το Ιράν και να υιοθετεί μια πιο σύνθετη, αλλά και πιο εύθραυστη στρατηγική. Με τις Ηνωμένες Πολιτείες να απορρίπτουν την προοπτική παρατεταμένου πολέμου, το Τελ Αβίβ επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατιωτική πίεση, την αμερικανοκεντρική διπλωματία και την απειλή ότι, εάν χρειαστεί, θα δράσει μόνο του.
Ευθυγράμμιση με Τραμπ και περιορισμός του μετώπου Λιβάνου
Στην έναρξη του πολέμου με το Ιράν, πριν από σχεδόν έξι εβδομάδες, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έθετε ως στόχο την «αφαίρεση της υπαρξιακής απειλής» από την Τεχεράνη, με αιχμή την αποτροπή απόκτησης πυρηνικού όπλου και τη δημιουργία συνθηκών εσωτερικής ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος. Οι στόχοι αυτοί δεν επιτεύχθηκαν. Αντίθετα, η προτεραιότητα πλέον είναι η στενή ευθυγράμμιση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ακόμη και με σημαντικό στρατιωτικό κόστος για το Ισραήλ.
Σύμφωνα με τον πρώην σύμβουλο εθνικής ασφαλείας Γιαακόβ Αμιντρορ, η απόφαση να σταματήσουν οι μαζικές επιθέσεις στο Ιράν ήταν «το τίμημα» για τη διατήρηση του συντονισμού με την Ουάσιγκτον: «Για εμάς, το να είμαστε με τους Αμερικανούς είναι πιο σημαντικό από το να ενεργούμε μόνοι μας» σημειώνει. Έτσι, ο Νετανιάχου αποδέχθηκε να μειώσει την ένταση των επιχειρήσεων στον Λίβανο, μετά από άμεσο αίτημα του Τραμπ, ο οποίος δήλωσε ότι μίλησε με τον «Μπίμπι» για να «χαμηλώσει τους τόνους».
Παρά τη ρητή άρνηση κατάπαυσης του πυρός, ο στόχος του Ισραήλ στο βόρειο μέτωπο αναδιατυπώνεται: όχι πλήρης εξουδετέρωση της Χεζμπολάχ, αλλά εμβάθυνση της ζώνης ασφαλείας πέρα από τον ποταμό Λιτάνι και διαμόρφωση συσχετισμών που θα ευνοούν μελλοντικές διαπραγματεύσεις για τον αφοπλισμό της. Οι πρώτες τριμερείς επαφές ΗΠΑ–Λιβάνου–Ισραήλ αναμένονται στην Ουάσιγκτον, με το Ισραήλ να συνεχίζει στο μεταξύ περιορισμένες επιχειρήσεις στο έδαφος του Λιβάνου.
Οικονομική φθορά του Ιράν και ο κίνδυνος «κουτσού» πυρηνικής συμφωνίας
Παρά τη συρρίκνωση των στρατιωτικών επιλογών, Ισραηλινοί αξιωματούχοι βλέπουν ένα πιθανό στρατηγικό κέρδος: τη βαθειά οικονομική ζημιά στο Ιράν. Μυστική περιφερειακή εκτίμηση κάνει λόγο για κόστος ανοικοδόμησης από 7 έως 44 δισ. δολάρια, με τις μεγαλύτερες απώλειες στο πυραυλικό πρόγραμμα. Με ετήσιο ιρανικό αμυντικό προϋπολογισμό περίπου 7,9 δισ. δολαρίων, ακόμη και το χαμηλό σενάριο αντιστοιχεί σχεδόν σε έναν ολόκληρο χρόνο στρατιωτικών δαπανών, ενώ το υψηλό σε πάνω από πεντέμισι χρόνια.
Αυτό το οικονομικό πλήγμα καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη την επερχόμενη φάση πυρηνικής διπλωματίας μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης. Το Ισραήλ φοβάται ότι μια βιαστική συμφωνία θα μπορούσε να ελαφρύνει τις πιέσεις προς το Ιράν πριν αποτυπωθούν πλήρως οι συνέπειες του πολέμου, επιτρέποντας στο καθεστώς να παγιωθεί. Η ισραηλινή πλευρά επιδιώκει να επηρεάσει τις διαπραγματεύσεις στην Ισλαμαμπάντ, ακόμη κι αν δεν έχει επίσημη θέση στο τραπέζι.
Ο Τζέικομπ Νάγκελ, επικεφαλής της ισραηλινής ομάδας ειδικών στις διαπραγματεύσεις της συμφωνίας του 2015, προειδοποιεί ότι «οι Ιρανοί πάντα κερδίζουν» όταν διαπραγματεύονται με τη Δύση, λόγω εμπειρίας και τεχνογνωσίας. Εκφράζει ανησυχία ότι η αμερικανική ομάδα –με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο JD Vance και τους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ– είναι πολιτικά ισχυρή αλλά άπειρη στο πυρηνικό αντικείμενο, και ότι μπορεί να αρκεστεί στην απομάκρυνση του ήδη εμπλουτισμένου ουρανίου, αφήνοντας άθικτη την υποδομή του ιρανικού προγράμματος.
Το όριο της αμερικανικής ομπρέλας και το σενάριο μονομερούς δράσης
Για το Ισραήλ, το διακύβευμα είναι αν ο συνδυασμός στρατιωτικής πίεσης και διπλωματίας θα παράξει αυτή τη φορά βιώσιμο αποτέλεσμα ή αν απλώς θα «μηδενίσει το ρολόι» μέχρι τον επόμενο γύρο σύγκρουσης. Όπως παραδέχεται πρώην ανώτερος αξιωματούχος, το Ισραήλ δεν μπορεί να «κουρεύει το γκαζόν» με το Ιράν όπως με άλλους αντιπάλους: το κόστος είναι υπερβολικό και οι αποδόσεις φθίνουσες.
Παρότι η ισραηλινή πολεμική μηχανή απέδειξε ότι μπορεί να ενεργήσει αυτόνομα –όπως στην αρχή του 12ήμερου πολέμου τον Ιούνιο– οι τελευταίες εβδομάδες έδειξαν και τα όρια αυτής της αυτονομίας. Η επιχειρησιακή υπεροχή που προσφέρει η αμερικανική υποστήριξη σε βάσεις, βαρέα βομβαρδιστικά, εναέριο ανεφοδιασμό και πληροφορίες θεωρείται από το Τελ Αβίβ καθοριστική για την αποτελεσματικότητα και τη διάρκεια οποιασδήποτε εκστρατείας.
Το αν το Ισραήλ θα ρισκάρει να αποσπαστεί από την ανανεωμένη δέσμευση συντονισμού με την Ουάσιγκτον θα εξαρτηθεί από την πορεία των συνομιλιών και τη στάση των ΗΠΑ. Μέχρι τότε, η ισορροπία ανάμεσα στην ανάγκη διατήρησης της αμερικανικής ομπρέλας και την επιδίωξη στρατηγικής αυτονομίας απέναντι στο Ιράν παραμένει το κεντρικό δίλημμα της ισραηλινής πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας.
Σχόλιο
: Η νέα ισραηλινή στρατηγική αποκαλύπτει τα όρια της μονομερούς ισχύος ακόμη και για περιφερειακές υπερδυνάμεις. Η επιλογή «πλήρους ευθυγράμμισης» με την Ουάσιγκτον μειώνει τον κίνδυνο ανεξέλεγκτης κλιμάκωσης, αλλά περιορίζει την επιχειρησιακή ευελιξία του Ισραήλ και το καθιστά όμηρο της ποιότητας της αμερικανοϊρανικής διαπραγμάτευσης. Αν οι συνομιλίες καταλήξουν σε μια μεσοβέζικη συμφωνία που αποσυμπιέζει την Τεχεράνη χωρίς να αποδομεί πραγματικά το πυρηνικό και πυραυλικό της δυναμικό, το Ισραήλ θα βρεθεί αντιμέτωπο με ένα πιο φτωχό, αλλά όχι λιγότερο επικίνδυνο Ιράν – και με πολύ μικρότερο περιθώριο για νέα στρατιωτικά τυχοδιωκτισμό.






