Η έλλειψη κηροζίνης λόγω του κλειστού Στενού του Ορμούζ αναγκάζει τη Lufthansa να ακυρώσει 20.000 πτήσεις. Η Ευρώπη προετοιμάζεται για ακριβότερα εισιτήρια και σχέδια επιμερισμού καυσίμων.
Ο πόλεμος στο Ιράν και το παρατεταμένο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ μετατρέπουν την αγορά καυσίμων αεροπορίας σε κρίσιμο αδύναμο κρίκο για τις αερομεταφορές. Η Lufthansa ανακοίνωσε ακύρωση 20.000 πτήσεων για το διάστημα Μαΐου–Οκτωβρίου, σε μια προσπάθεια δραστικής εξοικονόμησης κηροζίνης, την ώρα που οι τιμές έχουν διπλασιαστεί από την έναρξη της σύρραξης.
Σοκ στις αεροπορικές εταιρείες και τους επιβάτες
Η γερμανική εταιρεία κόβει κυρίως δρομολόγια μικρών αποστάσεων, εκτιμώντας ότι η περικοπή ισοδυναμεί με εξοικονόμηση περίπου 40.000 μετρικών τόνων καυσίμου. Αντίστοιχες κινήσεις εμφανίζονται σε όλη την Ευρώπη: η KLM έχει ήδη ακυρώσει 160 πτήσεις, ενώ αερομεταφορείς σε Ευρώπη και Ασία αυξάνουν τιμές και εξετάζουν μαζικές ακυρώσεις ενόψει της θερινής περιόδου.
Ο εκτελεστικός διευθυντής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας, Φατίχ Μπιρόλ, προειδοποίησε ότι η Ευρώπη μπορεί να διαθέτει μόλις έξι εβδομάδες αποθεμάτων καυσίμων αεροπορίας, ενώ ο Επίτροπος Ενέργειας της ΕΕ Νταν Γιέργκενσεν μίλησε για μετάβαση από κρίση τιμών σε κρίση προσφοράς. Ήδη εξετάζονται μηχανισμοί κοινής διαχείρισης και επιμερισμού αποθεμάτων μεταξύ κρατών-μελών, ώστε να διατηρηθεί η στοιχειώδης συνδεσιμότητα.
Η εξάρτηση της ευρωπαϊκής αεροπορίας από εισαγόμενη κηροζίνη μέσω Μέσης Ανατολής αποδεικνύεται καθοριστική. Η ΕΕ καλύπτει εσωτερικά το 60–70% των αναγκών της σε καύσιμα αεροπορίας, αλλά εισάγει το 30–40%, περίπου το μισό εκ των οποίων διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Η διακοπή αυτής της ροής διαταράσσει όχι μόνο τις αερογραμμές, αλλά συνολικά τις ενεργειακές ισορροπίες.
Ευρωπαϊκό σχέδιο έκτακτης ανάγκης και ο ρόλος των εναλλακτικών καυσίμων
Σε έκτακτη συνεδρίαση, οι υπουργοί Μεταφορών της ΕΕ συζήτησαν μέτρα για την αντιμετώπιση της έλλειψης κηροζίνης. Ο Επίτροπος Μεταφορών Απόστολος Τζιτζικώστας προειδοποίησε ότι μια παρατεταμένη απόφραξη του Στενού του Ορμούζ θα ήταν «καταστροφική» για την Ευρώπη και την παγκόσμια οικονομία. Η Κομισιόν ετοιμάζει δέσμη μέτρων για ενέργεια και μεταφορές, που περιλαμβάνει συλλογική διαχείριση αποθεμάτων και πιθανή ευελιξία στις εισαγωγές καυσίμων από τις ΗΠΑ.
Την ίδια στιγμή, η κρίση αναδεικνύει τα όρια της πράσινης μετάβασης στις αερομεταφορές. Η Διεθνής Ένωση Αερομεταφορών είχε ήδη προειδοποιήσει ότι η ανθεκτικότητα της ευρωπαϊκής εφοδιαστικής αλυσίδας σε jet fuel έχει αποδυναμωθεί, ενώ η εξάρτηση από συμβατικά καύσιμα παραμένει υψηλή. Τα βιώσιμα καύσιμα αεροπορίας (SAF), στα οποία στηρίζεται ο κανονισμός ReFuelEU με στόχο μερίδιο 6% έως το 2030 και 70% έως το 2050, είναι ακόμη ακριβά και εξαιρετικά περιορισμένα σε διαθεσιμότητα.
Οικονομολόγοι του κλάδου προειδοποιούν ότι, ακόμη και αν δεν υπάρξει απόλυτη έλλειψη, οι υψηλές τιμές καυσίμων ήρθαν για να μείνουν, μεταφραζόμενες σε μόνιμα ακριβότερα εισιτήρια και επιπλέον «καπέλα καυσίμου». Πολλές εταιρείες είχαν μειώσει την πρακτική αντιστάθμισης τιμών (hedging) τα προηγούμενα χρόνια, με αποτέλεσμα να είναι σήμερα περισσότερο εκτεθειμένες στη μεταβλητότητα.
Η μόνη άμεση διέξοδος, εφόσον το Στενό του Ορμούζ παραμείνει κλειστό, φαίνεται να είναι η μείωση της κατανάλωσης: περισσότερες ακυρώσεις, αραιότερα δρομολόγια, ανακατανομή στόλου και προτεραιοποίηση πιο κερδοφόρων γραμμών. Ήδη στην Ασία, όπου οι τιμές jet fuel έχουν εκτοξευθεί, εταιρείες όπως η Cathay Pacific, η Air New Zealand και η Air Asia X κόβουν διαδρομές για να εξοικονομήσουν καύσιμα.
Η κρίση αποκαλύπτει, για ακόμη μία φορά, πόσο εύθραυστη είναι η αεροπορική βιομηχανία απέναντι σε γεωπολιτικούς κραδασμούς, με την εμπιστοσύνη των επιβατών και την οικονομική βιωσιμότητα των εταιρειών να δοκιμάζονται ταυτόχρονα.
Σχόλιο
: Η κρίση καυσίμων αεροπορίας λειτουργεί ως stress test για την ευρωπαϊκή στρατηγική ενεργειακής ασφάλειας και για το business model των αεροπορικών εταιρειών. Η εξάρτηση από συγκεκριμένες γεωπολιτικές «αρτηρίες» όπως το Στενό του Ορμούζ δείχνει ότι χωρίς διαφοροποίηση πηγών, επενδύσεις σε αποθήκευση και ρεαλιστική κλιμάκωση των βιώσιμων καυσίμων, κάθε σύρραξη μπορεί να μεταφράζεται σε άμεση αύξηση κόστους για επιχειρήσεις και επιβάτες. Για την Ελλάδα, ως τουριστικό κόμβο, οι εξελίξεις αυτές προμηνύουν ακριβότερα πακέτα διακοπών και πιέσεις στα περιθώρια κέρδους αεροπορικών και ταξιδιωτικών ομίλων, επιβάλλοντας πιο επιθετική στρατηγική hedging και αναζήτηση νέων συνεργασιών σε επίπεδο καυσίμων και δρομολογίων.






