Η γεωπολιτική αστάθεια στη Μέση Ανατολή και η κατάρρευση νομισμάτων όπως η τουρκική λίρα στρέφουν επενδυτές σε ελληνικά ακίνητα. Η ζήτηση ενισχύεται ενώ οι τιμές δείχνουν σημάδια εξισορρόπησης.
Η ελληνική αγορά ακινήτων καταγράφει τις πρώτες ενδείξεις ενός νέου κύματος ξένου αγοραστικού ενδιαφέροντος, αυτή τη φορά από τον Λίβανο και την Τουρκία. Μετά από ένα υποτονικό ξεκίνημα του 2026, κατασκευαστές και μεσίτες διαπιστώνουν ότι η αστάθεια στη Μέση Ανατολή και το αυξημένο γεωπολιτικό ρίσκο στην περιοχή αναδεικνύουν την Ελλάδα σε ασφαλές καταφύγιο κεφαλαίων για ιδιώτες και επενδυτές.
Το φαινόμενο εκδηλώνεται σε μια συγκυρία όπου, ύστερα από επταετή ισχυρή άνοδο, οι τιμές –ιδίως στα νεόδμητα– έχουν φτάσει σε επίπεδα που πολλοί Έλληνες αγοραστές δυσκολεύονται να ακολουθήσουν. Το εγχώριο ενδιαφέρον έχει σε μεγάλο βαθμό «παγώσει», όμως τα κεφάλαια από το εξωτερικό φαίνεται να αναλαμβάνουν εκ νέου ρόλο βασικού οδηγού της αγοράς.
Λιβανέζοι επενδυτές: αναζήτηση ασφάλειας και ευκαιριών
Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, το πρώτο κύμα νέων αγοραστών προέρχεται από τον Λίβανο. Μεσίτες αναφέρουν αυξημένα αιτήματα για αγορά κατοικιών σε περιοχές υψηλής ζήτησης, όπως η Γλυφάδα και γενικότερα τα νότια προάστια της Αθήνας. Όπως σημειώνουν, «ο Λίβανος ήταν πάντα μια αγορά με καλή πρόσβαση σε ποιοτικούς πελάτες», γεγονός που διευκολύνει την ταχεία αναθέρμανση της ζήτησης.
Καθοριστικό ρόλο παίζουν τα capital controls που ισχύουν στη χώρα, τα οποία έχουν οδηγήσει σε συσσώρευση σημαντικών ποσών μετρητών εκτός τραπεζικού συστήματος. Όπως συνέβη και στην Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης, μέρος αυτών των κεφαλαίων αναζητά διέξοδο σε απτά περιουσιακά στοιχεία, με τα ακίνητα σε σταθερές ευρωπαϊκές αγορές να αποτελούν προνομιακή επιλογή.
Αρχικά, το ενδιαφέρον εστιάζει στην Αθηναϊκή Ριβιέρα, ωστόσο επαγγελματίες του real estate εκτιμούν ότι η έντονη ανατίμηση στις παραθαλάσσιες ζώνες θα ωθήσει τους Λιβανέζους επενδυτές σε εναλλακτικές περιοχές της Αττικής. Γειτονιές με πιο προσιτές τιμές, όπως Γκάζι–Βοτανικός, αλλά και παραθαλάσσια μέρη σε κοντινή απόσταση από την πρωτεύουσα, όπως το Λουτράκι, ήδη μπαίνουν στο ραντάρ των ξένων αγοραστών.
Τούρκοι αγοραστές: πέρα από τη Χρυσή Βίζα, στοίχημα η σταθερότητα
Παράλληλα, η παρουσία Τούρκων επενδυτών ενισχύεται αισθητά. Ένα τμήμα αυτών ενδιαφέρεται για το πρόγραμμα της Χρυσής Βίζας, ωστόσο, όπως επισημαίνουν πηγές της αγοράς, ο βασικός μοχλός δεν είναι τόσο η άδεια διαμονής και η πρόσβαση στη Ζώνη Σένγκεν, όσο η ανάγκη προστασίας της περιουσίας τους από τον υψηλό πληθωρισμό και τη διολίσθηση της τουρκικής λίρας.
Πριν από την κλιμάκωση των εχθροπραξιών στο Ιράν, η Ελλάδα κατατασσόταν ήδη δεύτερη στις προτιμήσεις των Τούρκων που αναζητούν ακίνητο στο εξωτερικό ως αντιστάθμισμα στον πληθωρισμό άνω του 30% στη χώρα τους. Η επιδείνωση του γεωπολιτικού κλίματος ενισχύει περαιτέρω αυτή την τάση, αναβαθμίζοντας την Ελλάδα σε προορισμό με συνδυασμό πολιτικής σταθερότητας, συμμετοχής στην Ευρωζώνη και ελκυστικών αποδόσεων από μισθώσεις ή μελλοντικές υπεραξίες.
Η νέα εισροή κεφαλαίων, αν και στηρίζει την κτηματαγορά σε μια φάση εξισορρόπησης τιμών, αναζωπυρώνει παράλληλα τον προβληματισμό για την πρόσβαση των εγχώριων νοικοκυριών στη στέγη. Χωρίς στοχευμένες πολιτικές για την ενίσχυση της προσφοράς προσιτών κατοικιών, υπάρχει ο κίνδυνος η Ελλάδα να παγιωθεί ως αγορά δύο ταχυτήτων: με ξένους επενδυτές να κυριαρχούν στα ποιοτικά ακίνητα και τους Έλληνες να περιορίζονται σε ολοένα στενότερες επιλογές.
Σχόλιο
: Η αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος από Λίβανο και Τουρκία επιβεβαιώνει ότι η ελληνική αγορά ακινήτων παραμένει ελκυστική ως «ασφαλές καταφύγιο», αλλά παράλληλα οξύνει το χάσμα με τα εισοδήματα των Ελλήνων. Η κυβέρνηση οφείλει να ισορροπήσει ανάμεσα στην προσέλκυση κεφαλαίων και στην κοινωνική συνοχή, με εργαλεία όπως στοχευμένα στεγαστικά προγράμματα, φορολογικά κίνητρα για προσιτή κατοικία και αυστηρότερο χωροταξικό σχεδιασμό, ώστε η διεθνής ζήτηση να μεταφραστεί σε βιώσιμη ανάπτυξη και όχι σε νέα φούσκα τιμών.






