Το Πακιστάν αξιοποίησε στο έπακρο την προσωπική διπλωματία με τον Ντόναλντ Τραμπ, μετατρέποντας μια βαθιά κρίση σε στρατηγική αναβάθμιση. Με συνδυασμό ασφάλειας, οικονομικών συμφωνιών και κολακείας προς τον Λευκό Οίκο, το Ισλαμαμπάντ διεκδικεί πλέον ρόλο μόνιμου διαμεσολαβητή μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης.
Παρά την κατάρρευση των πρόσφατων συνομιλιών ΗΠΑ – Ιράν στο Ισλαμαμπάντ, το Πακιστάν αναδείχθηκε σε έναν από τους μεγάλους κερδισμένους της κρίσης. Ως βασικός οργανωτής της «εκκρεμούς διπλωματίας» ανάμεσα στις δύο πλευρές, κατάφερε να ενισχύσει θεαματικά το διπλωματικό του αποτύπωμα και να κεφαλαιοποιήσει μια συστηματική, πολυεπίπεδη προσέγγιση προς τη δεύτερη κυβέρνηση Τραμπ.
Από την «τιμωρία» στην προνομιακή σχέση
Μέχρι πρόσφατα, το Πακιστάν βρισκόταν ουσιαστικά στο περιθώριο της αμερικανικής πολιτικής. Ο Ντόναλντ Τραμπ στην πρώτη του θητεία είχε παγώσει στρατιωτική βοήθεια, κατηγορώντας το Ισλαμαμπάντ ότι δεν πολεμά επαρκώς την τρομοκρατία, ενώ η κυβέρνηση Τζο Μπάιντεν έδωσε σαφή προτεραιότητα στην Ινδία. Η εικόνα αυτή άλλαξε ριζικά μέσα σε λίγους μήνες μετά την επιστροφή του Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Καθοριστικό σημείο ήταν η σύλληψη, με πακιστανική συνδρομή, βασικού οργανωτή της επίθεσης του 2021 στην Καμπούλ που σκότωσε 13 Αμερικανούς στρατιώτες. Η κίνηση αυτή έδωσε στον Τραμπ ένα απτό «success story» στην τρομοκρατία και άνοιξε απευθείας δίαυλο μεταξύ πακιστανικών υπηρεσιών ασφαλείας και της αμερικανικής ηγεσίας.
Στη συνέχεια, το Ισλαμαμπάντ επένδυσε συνειδητά στο αφήγημα του «Τραμπ-ειρηνοποιού». Μετά από σοβαρή κρίση με την Ινδία, η πακιστανική κυβέρνηση απέδωσε τη συμφωνία κατάπαυσης του πυρός σε «αποφασιστική διπλωματική παρέμβαση» του Αμερικανού προέδρου και τον πρότεινε για το Νόμπελ Ειρήνης. Η κίνηση αυτή, που κολάκευσε ευθέως το προεδρικό εγώ, θεωρείται από πρώην Αμερικανούς αξιωματούχους ως σημείο καμπής για τη φήμη του Πακιστάν στην Ουάσινγκτον.
Ο ρόλος του στρατού, τα ορυκτά και η κρυπτοοικονομία
Κεντρικό πρόσωπο της πακιστανικής στρατηγικής είναι ο αρχηγός των ενόπλων δυνάμεων, στρατάρχης Ασίμ Μουνίρ, τον οποίο ο Τραμπ αποκαλεί «αγαπημένο στρατάρχη». Η ανάδειξή του κατά την κρίση με την Ινδία, η βαθιά γνώση του για το Ιράν και οι συνεχείς επισκέψεις του στις ΗΠΑ τον μετέτρεψαν σε βασικό δίαυλο μεταξύ Ισλαμαμπάντ και Λευκού Οίκου.
Παράλληλα, το Πακιστάν αξιοποίησε την εμμονή της κυβέρνησης Τραμπ με τις «κρίσιμες πρώτες ύλες». Μετά από συμφωνία για μείωση δασμών ύψους 29% σε πακιστανικά προϊόντα, άνοιξε ο δρόμος για επενδύσεις σε πετρέλαιο, ορυκτό πλούτο και, κατόπιν, για συμφωνία 500 εκατ. δολαρίων με αμερικανική εταιρεία επεξεργασίας κρίσιμων μετάλλων. Η συμμετοχή του Πακιστάν σε αμερικανική υπουργική διάσκεψη για κρίσιμα ορυκτά επισφράγισε αυτή τη νέα οικονομική διάσταση της σχέσης.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η είσοδος της κρυπτοοικονομίας στην ατζέντα. Η πακιστανική ρυθμιστική αρχή ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων υπέγραψε συμφωνία με εταιρεία συνδεδεμένη με τη World Liberty Financial, το κρυπτοεγχείρημα της οικογένειας Τραμπ, για χρήση stablecoins σε διασυνοριακές συναλλαγές. Αν και ο Λευκός Οίκος απορρίπτει κάθε υπόνοια σύγκρουσης συμφερόντων, η κίνηση ενισχύει την αίσθηση μιας σχέσης όπου μπλέκονται γεωπολιτική, ενέργεια και χρηματοοικονομική τεχνολογία.
Περιφερειακές ισορροπίες και όρια επιρροής
Η πακιστανική διπλωματική άνοδος δεν είναι χωρίς ρίσκο. Η χώρα συνεχίζει να εξαρτάται στρατιωτικά σε μεγάλο βαθμό από την Κίνα, ενώ πρόσφατα έστειλε μαχητικά στη Σαουδική Αραβία στο πλαίσιο νέας αμυντικής συμφωνίας, επιβεβαιώνοντας ότι λειτουργεί ως γέφυρα σε ένα περίπλοκο τρίγωνο ΗΠΑ – Κίνας – αραβικού κόσμου. Αναλυτές επισημαίνουν ότι ακριβώς αυτό το πλέγμα σχέσεων δίνει στο Ισλαμαμπάντ πρόσβαση σε «σωστούς παίκτες» για πιθανή μελλοντική διευθέτηση της αμερικανοϊρανικής αντιπαράθεσης.
Ωστόσο, πρώην Αμερικανοί στρατιωτικοί υπογραμμίζουν τα όρια της πακιστανικής επιρροής: σε αντίθεση με το Ισραήλ, που εξαρτάται από την αμερικανική στρατιωτική βοήθεια, η Τεχεράνη δεν έχει αντίστοιχη εξάρτηση από το Ισλαμαμπάντ. Έτσι, το Πακιστάν μπορεί να λειτουργεί ως χρήσιμος μεσολαβητής, αλλά δύσκολα ως εγγυητής μακροχρόνιων συμφωνιών.
Παρά τα όρια, η εικόνα είναι σαφής: μέσα σε λίγο πάνω από έναν χρόνο, το Πακιστάν πέρασε από την «τιμωρητική ζώνη» της Ουάσινγκτον σε ρόλο προνομιακού συνομιλητή, επενδύοντας μεθοδικά στον προσωπικό τρόπο άσκησης εξουσίας του Ντόναλντ Τραμπ.
Σχόλιο
: Η περίπτωση Πακιστάν δείχνει πώς μια μεσαία δύναμη μπορεί να αναβαθμιστεί γεωπολιτικά, όχι μέσω θεσμικών συμμαχιών, αλλά με στοχευμένη αξιοποίηση της προσωπικής διπλωματίας ενός προέδρου που λειτουργεί έντονα με όρους εικόνας, κολακείας και «deal-making». Για την Ελλάδα, το παράδειγμα λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η πρόσβαση σε κρίσιμα υλικά, η τεχνολογία πληρωμών και η ικανότητα διαμεσολάβησης σε περιφερειακές κρίσεις αποτελούν πλέον ενιαίο πεδίο στρατηγικού ανταγωνισμού.






