Η κυβέρνηση ενεργοποιεί εμπροσθοβαρές πλάνο 12 εβδομάδων για αποδέσμευση 2 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέματα. Στόχος είναι η θωράκιση της αγοράς καυσίμων και ο περιορισμός πληθωριστικών πιέσεων από τις τιμές ντίζελ και βενζίνης.
Σε μια κίνηση προληπτικής άμυνας απέναντι στον ενεργειακό κίνδυνο, η Ελλάδα αποδεσμεύει 2 εκατ. βαρέλια πετρελαίου από τα στρατηγικά της αποθέματα, στο πλαίσιο του συντονισμένου σχεδίου του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΔΟΕ) για παγκόσμια διάθεση 400 εκατ. βαρελιών. Το σχέδιο του ΥΠΕΝ είναι διάρκειας 12 εβδομάδων, έως τα μέσα Ιουνίου, και χαρακτηρίζεται έντονα εμπροσθοβαρές, καθώς περίπου το 70% της ποσότητας – κοντά στα 1,3 εκατ. βαρέλια – θα πέσει στην αγορά ήδη από την πρώτη εβδομάδα.
Η αρχιτεκτονική του σχεδίου και ο ρόλος των εταιρειών
Η αποδέσμευση αφορά όλα τα βασικά καύσιμα: βενζίνες, ντίζελ, jet fuel, μαζούτ, υγραέριο και LPG. Η συνολική ποσότητα αντιστοιχεί σε 271.370 μετρικούς τόνους ισοδύναμου αργού, δηλαδή περίπου στην κατανάλωση καυσίμων μίας εβδομάδας σε εθνικό επίπεδο (300.000–310.000 βαρέλια ημερησίως) και στο 13% των συνολικών στρατηγικών αποθεμάτων της χώρας, που υπολογίζονται σε 14–15 εκατ. βαρέλια.
Το βάρος της κίνησης μοιράζεται σε οκτώ υπόχρεες εταιρείες της αγοράς πετρελαιοειδών. Στη Helleniq Petroleum αναλογεί η μεγαλύτερη ποσότητα, περίπου 179.854 τόνοι αργού. Η Motor Oil υποχρεούται να διαθέσει 26.383 τόνους ελαφρών καυσίμων, 25.615 τόνους μεσαίων (ντίζελ κίνησης, πετρέλαιο θέρμανσης) και περίπου 35.000 τόνους βαρέων καυσίμων (μαζούτ. Επιπλέον ποσότητες βαρέων καυσίμων, βενζινών, ντίζελ και υγραερίου αναλαμβάνουν Aegean, Coral, Coral Products and Trading, Avinoil, ΣΕΚΑ και Coral Gas.
Η ροή αποδέσμευσης μετά την πρώτη εβδομάδα επιβραδύνεται σημαντικά: περίπου 70.000 τόνοι τη δεύτερη εβδομάδα και στη συνέχεια σταθεροποίηση στα 50.000–60.000 τόνους εβδομαδιαίως έως την ολοκλήρωση του προγράμματος. Καθ’ όλη τη διάρκεια, η υποχρέωση τήρησης στρατηγικών αποθεμάτων μειώνεται προσωρινά από τις 90 στις 83 ημέρες καθαρών εισαγωγών, με ρητή πρόβλεψη ότι οι αποδεσμευθείσες ποσότητες θα πρέπει να ανακτηθούν εντός τριών μηνών από τη λήξη της διαδικασίας.
Πληθωριστικός κίνδυνος από το ντίζελ και τα όρια της παρέμβασης
Παρότι οι αρμόδιες πηγές δεν διαπιστώνουν σήμερα πραγματικό έλλειμμα στην αγορά, η ανησυχία επικεντρώνεται στο ντίζελ κίνησης, όπου οι τιμές έχουν εκτοξευθεί. Η τελευταία πανελλαδική τιμοληψία δείχνει 2,018 ευρώ το λίτρο, 45 λεπτά υψηλότερα από την περίοδο πριν την έναρξη του πολέμου, δηλαδή αύξηση 29%. Το ντίζελ, ως βασικό καύσιμο για μεταφορές και εφοδιαστική αλυσίδα, μπορεί εύκολα να πυροδοτήσει πληθωριστικό ντόμινο στο κόστος των αγαθών.
Στην «πορτοκαλί ζώνη» ανησυχίας κατατάσσεται η βενζίνη, με μέση τιμή 2,045 ευρώ το λίτρο. Τα επίπεδα θεωρούνται μεν υψηλά, αλλά όχι πρωτοφανή, σε αντίθεση με το ντίζελ που κινείται σε ιστορικά ρεκόρ. Την ίδια στιγμή, οι διακυμάνσεις του Brent, που κινείται ξανά κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι, περιορίζουν τις προσδοκίες για άμεση αποκλιμάκωση.
Κρίσιμος παράγοντας για την ανθεκτικότητα της χώρας είναι το διαρθρωτικό πλεόνασμα παραγωγής: περίπου το 60% της παραγωγής των δύο διυλιστηριακών ομίλων κατευθύνεται σε εξαγωγές. Αυτό σημαίνει ότι, σε ένα δυσμενές σενάριο επιδείνωσης του διεθνούς εφοδιασμού, το πρώτο «μαξιλάρι» είναι η μείωση των εξαγωγών υπέρ της εγχώριας αγοράς.
Η αποτελεσματικότητα του ελληνικού σχεδίου θα κριθεί από δύο παραμέτρους: την εξέλιξη των διεθνών συνομιλιών για το ιρανικό πετρέλαιο και τη στάση του OPEC+ απέναντι στη συντονισμένη αποδέσμευση αποθεμάτων από τον ΔΟΕ. Μια ενδεχόμενη αντίδραση του καρτέλ θα μπορούσε να εξουδετερώσει μέρος του οφέλους, επαναφέροντας τις τιμές σε ανοδική τροχιά.
Σχόλιο
: Η κυβέρνηση επιχειρεί με μια ισχυρή, αλλά χρονικά περιορισμένη ένεση αποθεμάτων να αγοράσει χρόνο για την οικονομία, φρενάροντας τον κίνδυνο ενεργειακού πληθωρισμού χωρίς να υπονομεύσει τη στρατηγική ασφάλεια. Το πραγματικό τεστ θα είναι αν η διεθνής αγορά πετρελαίου συνεργαστεί· διαφορετικά, η παρέμβαση μπορεί να αποδειχθεί περισσότερο ανάσα παρά λύση.






