Το αφήγημα του Ντόναλντ Τραμπ περί «μεγάλων παραχωρήσεων» από το Ιράν δεν πέρασε απλώς απαρατήρητο στην Τεχεράνη. Προκάλεσε άμεση αντίδραση, θεσμική άρνηση και – το πιο σημαντικό – εσωτερική πολιτική αναταραχή. Το μήνυμα από την ιρανική πλευρά ήταν ξεκάθαρο: καμία συμφωνία δεν υπάρχει με τους όρους που παρουσιάζει η Ουάσινγκτον.
Οι δηλώσεις του Αμερικανού προέδρου ότι το Ιράν φέρεται να αποδέχθηκε παύση εμπλουτισμού ουρανίου και πιθανή μεταφορά αποθεμάτων στο εξωτερικό αντιμετωπίστηκαν ως πολιτική προπαγάνδα. Η απάντηση από τον πρόεδρο της ιρανικής Βουλής, Μοχάμεντ Μπαγκέρ Γκαλιμπάφ, ήταν επιθετική και χωρίς περιθώρια παρερμηνείας: «Με ψέματα δεν κέρδισαν τον πόλεμο και δεν θα κερδίσουν ούτε στις διαπραγματεύσεις».
Την ίδια στιγμή, το Σώμα Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης ανέβασε τους τόνους, ανακοινώνοντας ότι τα Στενά του Ορμούζ τίθενται εκ νέου υπό αυστηρό έλεγχο. Η κίνηση αυτή δεν είναι απλώς στρατιωτική. Είναι μήνυμα προς τις αγορές και προς τη διαπραγμάτευση: το Ιράν εξακολουθεί να κρατά το πιο ισχυρό γεωοικονομικό χαρτί του.
Στο εσωτερικό, η εικόνα είναι ακόμα πιο σύνθετη. Το πολιτικό σύστημα της Τεχεράνης δεν εμφανίζεται ενιαίο. Δηλώσεις αξιωματούχων, παρεμβάσεις αναλυτών και αντιδράσεις στα κρατικά μέσα συνθέτουν ένα σκηνικό «ομίχλης σύγχυσης». Η αίσθηση ότι μπορεί να έχουν γίνει παραχωρήσεις χωρίς σαφή ενημέρωση έχει προκαλέσει έντονη δυσφορία στο σκληροπυρηνικό στρατόπεδο.
Ο δήμαρχος της Τεχεράνης, Αλιρεζά Ζακάνι, έθεσε το ζήτημα με όρους πολιτικής επιβίωσης: αν ισχύει έστω και μέρος των ισχυρισμών, τότε υπάρχει κίνδυνος να χαθεί στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων ό,τι δεν χάθηκε στο πεδίο της σύγκρουσης. Αυτό είναι το βασικό fear factor για το καθεστώς.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρέθηκε και ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αραγτσί, κυρίως λόγω των δηλώσεών του ότι το Στενό του Ορμούζ παραμένει ανοικτό υπό όρους. Η αντίδραση των κρατικών μέσων – ειδικά όσων συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης – ήταν επιθετική. Του ζητήθηκαν δημόσια εξηγήσεις, ενώ δεν έλειψαν και αιχμές για «αστοχία» στη διαχείριση της επικοινωνίας.
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι επικοινωνιακό. Είναι στρατηγικό. Το Ιράν προσπαθεί να διατηρήσει ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενες θέσεις: να δείχνει ανοικτό σε διαπραγμάτευση και ταυτόχρονα να μην εμφανίζεται ότι υποχωρεί. Αυτό δημιουργεί ασυνέπειες στο μήνυμα και τροφοδοτεί εσωτερικές αντιδράσεις.
Στο κοινωνικό επίπεδο, η πίεση αυξάνεται. Η παρατεταμένη διακοπή του διαδικτύου, οι ζημιές σε κρίσιμες υποδομές και η συνεχιζόμενη οικονομική επιδείνωση ενισχύουν την αβεβαιότητα. Το ριάλ παρουσιάζει έντονες διακυμάνσεις, αντανακλώντας όχι μόνο την οικονομική κατάσταση αλλά και την πολιτική αστάθεια.
Παράλληλα, το καθεστώς επιχειρεί να διατηρήσει τον έλεγχο μέσω επίδειξης ισχύος. Οι εικόνες ένοπλων φάλαγγων στους δρόμους της Τεχεράνης και η κινητοποίηση υποστηρικτών δεν είναι τυχαίες. Είναι μέρος μιας στρατηγικής εσωτερικής σταθεροποίησης μέσω ισχύος και φόβου.
Στο εξωτερικό επίπεδο, το μήνυμα της Τεχεράνης είναι διπλό. Από τη μία πλευρά, απορρίπτει δημόσια τους ισχυρισμούς των Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη, δεν κλείνει την πόρτα στη διαπραγμάτευση, ειδικά μέσω της διαμεσολάβησης του Πακιστάν. Αυτό δείχνει ότι το παιχνίδι συνεχίζεται, αλλά με αυξημένη καχυποψία.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η σύγκρουση έχει περάσει σε ένα νέο στάδιο: από το στρατιωτικό στο πολιτικο-διαπραγματευτικό. Και σε αυτό το στάδιο, η εσωτερική συνοχή του Ιράν γίνεται κρίσιμος παράγοντας.
SBC Analysis: Η Τεχεράνη δεν αντιδρά απλώς στους ισχυρισμούς Τραμπ – προσπαθεί να ελέγξει μια εσωτερική κρίση αξιοπιστίας. Όταν το εξωτερικό αφήγημα συγκρούεται με την εσωτερική πολιτική ισορροπία, το ρίσκο μεταφέρεται από το πεδίο της σύγκρουσης στο εσωτερικό του συστήματος. Και αυτό είναι συχνά πιο επικίνδυνο.







