Στην Επιτροπή Δεοντολογίας της Βουλής κρίνεται η στάση δύο βουλευτών για την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, με διαμετρικά αντίθετες επιλογές.
Σε πολιτικό και θεσμικό τεστ για τον τρόπο με τον οποίο η Βουλή αντιμετωπίζει τις ποινικές διώξεις βουλευτών εξελίσσεται η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, μετά την αποστολή στη Βουλή της δικογραφίας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Στο επίκεντρο βρίσκονται οι βουλευτές Χαράλαμπος Αθανασίου και Τάσος Χατζηβασιλείου, με εμφανώς διαφορετική στρατηγική απέναντι στο ζήτημα της άρσης της ασυλίας τους.
Ο Αθανασίου αμφισβητεί τη δικογραφία και κρατά ανοικτά όλα τα ενδεχόμενα
Ο Χαράλαμπος Αθανασίου, πρώην υπουργός και έμπειρος κοινοβουλευτικός, εμφανίζεται σε στάση αναμονής ως προς το αν θα ζητήσει ο ίδιος την άρση της ασυλίας του για την κατηγορία της ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος, που του αποδίδεται στο πλαίσιο της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ. Μιλώντας σε δημοσιογράφους πριν από τη συνεδρίαση της Επιτροπής Δεοντολογίας, δήλωσε ότι «πρώτα θα ανακοινώσω μέσα στη συνεδρίαση τι θα κάνω», αφήνοντας όλα τα σενάρια ανοικτά.
Ο ίδιος αμφισβήτησε ευθέως τη βασιμότητα της δικογραφίας, υποστηρίζοντας ότι «δεν υπάρχει αδίκημα» και εκφράζοντας απορία «πώς την έστειλε τη δικογραφία» η εισαγγελική αρχή. Επικαλέστηκε μάλιστα τον κοινοβουλευτικό του ρόλο, λέγοντας ότι η επίμαχη παρέμβασή του εντάσσεται στη συνήθη άσκηση των καθηκόντων του: «Το έχω κάνει πολλές φορές και θα το ξανακάνω το ίδιο πράγμα, αυτή είναι η δουλειά του βουλευτή». Αν και σημείωσε ότι δεν θεωρεί πως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει πολιτική χροιά, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο περαιτέρω νομικών κινήσεων, περιοριζόμενος στο «θα δούμε».
Ο Χατζηβασιλείου ζητά άμεση άρση ασυλίας για να κλείσει η υπόθεση
Στον αντίποδα, ο βουλευτής Σερρών Τάσος Χατζηβασιλείου επέλεξε ξεκάθαρη και επιθετική θεσμικά στάση, ζητώντας ο ίδιος την άμεση άρση της ασυλίας του μέσω υπομνήματος προς την Επιτροπή Δεοντολογίας, χωρίς φυσική παρουσία στη συνεδρίαση. «Δηλώνω απερίφραστα την επιθυμία μου να αρθεί άμεσα η ασυλία μου, προκειμένου να κλείσει αυτή η υπόθεση», αναφέρει, απορρίπτοντας κατηγορηματικά ότι υφίσταται ζήτημα ηθικής αυτουργίας σε παράβαση καθήκοντος.
Ο κ. Χατζηβασιλείου υποστηρίζει ότι κινήθηκε αυστηρά εντός των ορίων των κοινοβουλευτικών του καθηκόντων και σημειώνει πως η κατηγορία αφορά «μια πράξη που δεν συντελέστηκε». Τονίζει ότι «σε καμία περίπτωση δεν αποπειράθηκα, δεν σχεδίασα και δεν εκτέλεσα ουδεμία παράνομη πράξη», επιχειρώντας να αποσυνδέσει πλήρως την πολιτική του δραστηριότητα από οποιαδήποτε υπόνοια ποινικής ευθύνης.
Θεσμικά μηνύματα και πολιτικές αναγνώσεις
Η διαφορετική στάση των δύο βουλευτών φωτίζει το διαρκές θεσμικό δίλημμα γύρω από την ασυλία: αν αποτελεί ασπίδα προστασίας της κοινοβουλευτικής λειτουργίας ή εργαλείο αποφυγής της δικαστικής κρίσης. Η επιλογή Χατζηβασιλείου στέλνει μήνυμα διαφάνειας και εμπιστοσύνης στη Δικαιοσύνη, ενώ η τακτική Αθανασίου αναδεικνύει την επιμονή στην πολιτική φύση των βουλευτικών παρεμβάσεων και την κριτική στη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.
Η απόφαση της Επιτροπής Δεοντολογίας και εν συνεχεία της Ολομέλειας δεν θα κρίνει μόνο την περαιτέρω πορεία της υπόθεσης ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και το πώς το Κοινοβούλιο ισορροπεί ανάμεσα στην προστασία των βουλευτών και την ανάγκη λογοδοσίας σε υποθέσεις με ευρωπαϊκή διάσταση.
Σχόλιο
: Η υπόθεση λειτουργεί ως crash test για την αξιοπιστία της Βουλής απέναντι στην κοινωνική απαίτηση για διαφάνεια: όσο η άρση ασυλίας παραμένει πεδίο τακτικισμών, τόσο ενισχύεται η καχυποψία για σύγχυση ανάμεσα σε πολιτική ευθύνη και ποινική ασυλία.






