Ο ξενοδοχειακός χάρτης της χώρας μετατοπίζεται σταθερά προς τις υψηλότερες κατηγορίες, με αιχμή τα 5άστερα. Ταυτόχρονα, τα μικρά οικογενειακά καταλύματα υποχωρούν, σηματοδοτώντας μια δομική αλλαγή στο ελληνικό τουριστικό προϊόν.
Ο ξενοδοχειακός κλάδος στην Ελλάδα συνεχίζει να κινείται προς την κατεύθυνση της αναβάθμισης και της συγκέντρωσης, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του Ξενοδοχειακού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΞΕΕ) για το 2025. Παρά το γεγονός ότι η συνολική αύξηση του αριθμού των ξενοδοχείων ήταν οριακή, η εσωτερική σύνθεση του δυναμικού αλλάζει με σαφή προσανατολισμό προς τις κατηγορίες 4 και 5 αστέρων και προς μεγαλύτερες μονάδες.
Άνοδος πολυτελών μονάδων, υποχώρηση χαμηλών κατηγοριών
Το 2025 λειτούργησαν 10.118 ξενοδοχεία έναντι 10.104 το 2024, μια αύξηση μόλις 0,1%. Ωστόσο, ο αριθμός των κλινών ενισχύθηκε περισσότερο, κατά 0,8%, από 894.000 σε 902.000, κάτι που υποδηλώνει στροφή σε μονάδες μεγαλύτερης δυναμικότητας.
Στις δύο ανώτερες κατηγορίες, 4 και 5 αστέρων, καταγράφηκε καθαρή αύξηση 68 μονάδων. Τα 5άστερα ξενοδοχεία ενισχύθηκαν κατά 4%, από 835 το 2024 σε 869 το 2025, ενώ τα 4άστερα αυξήθηκαν κατά 1,85%, από 1.898 σε 1.932 μονάδες. Αντίστροφα, στις τρεις χαμηλότερες κατηγορίες (1, 2 και 3 αστέρων) ο αριθμός των ξενοδοχείων μειώθηκε κατά 54.
Η μεγαλύτερη απώλεια σε απόλυτους αριθμούς σημειώθηκε στα 2άστερα, την πολυπληθέστερη κατηγορία, με μείωση 36 μονάδων (-1,1%). Ακόμη εντονότερη ποσοστιαία πτώση κατέγραψαν τα 1άστερα ξενοδοχεία (-1,4%), που περιορίστηκαν από 1.147 σε 1.131. Τα 3άστερα παρέμειναν σχεδόν αμετάβλητα, μειώθηκαν μόλις κατά 2 μονάδες, από 2.973 σε 2.971.
Περιφέρειες – Πού συγκεντρώνεται η πολυτέλεια
Σε γεωγραφικό επίπεδο, η περιφέρεια Νοτίου Αιγαίου αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο πυρήνα του ελληνικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Στα νησιά των Δωδεκανήσων και των Κυκλάδων λειτουργούν 2.309 ξενοδοχεία, εκ των οποίων 325 κατατάσσονται στην ανώτερη κατηγορία των 5 αστέρων. Πρόκειται για την περιφέρεια με τα περισσότερα 5άστερα ξενοδοχεία στη χώρα, γεγονός που επιβεβαιώνει τον ρόλο της ως αιχμή του δόρατος στον τουρισμό υψηλής δαπάνης.
Δεύτερη έρχεται η Κρήτη με 1.653 ξενοδοχεία συνολικά και 186 πεντάστερες μονάδες, εδραιώνοντας τη θέση της ως ώριμου, αλλά και δυναμικά αναβαθμιζόμενου προορισμού. Σε επίπεδο συνολικού αριθμού ξενοδοχείων, ακολουθεί η Κεντρική Μακεδονία με 1.115 μονάδες, ενώ όσον αφορά αποκλειστικά τα 5άστερα, στην τρίτη θέση βρίσκεται η περιφέρεια Ιονίων Νήσων με 90 πολυτελείς μονάδες.
Μεγαλύτερα ξενοδοχεία, πίεση στα οικογενειακά
Η μετατόπιση δεν αφορά μόνο την κατηγορία αστέρων αλλά και το μέγεθος. Τα μεγάλα ξενοδοχεία άνω των 100 δωματίων αυξήθηκαν από 878 σε 883 (+0,6%). Τα μεσαία, με 51 έως 100 δωμάτια, έφτασαν τα 1.271 από 1.265 (+0,5%), ενώ τα μικρά (21-50 δωμάτια) ανέβηκαν σε 3.869 από 3.853 (+0,4%).
Στον αντίποδα, τα οικογενειακά καταλύματα με 1 έως 20 δωμάτια μειώθηκαν από 4.108 σε 4.094, καταγράφοντας πτώση 0,3%. Παρότι η μεταβολή είναι οριακή, η τάση είναι σαφής: το μοντέλο του πολύ μικρού, οικογενειακού ξενοδοχείου πιέζεται από τις απαιτήσεις επενδύσεων, τις νέες προδιαγραφές ποιότητας και τον αυξανόμενο ανταγωνισμό από οργανωμένες ξενοδοχειακές αλυσίδες και βραχυχρόνιες μισθώσεις.
Σχόλιο
: Τα στοιχεία του ΞΕΕ επιβεβαιώνουν ότι ο ελληνικός τουρισμός ανεβαίνει κατηγορία, αλλά με κόστος για τα μικρά, παραδοσιακά καταλύματα. Η συγκέντρωση της πολυτελούς δυναμικότητας σε Νότιο Αιγαίο, Κρήτη και Ιόνιο ενισχύει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, ταυτόχρονα όμως αυξάνει την εξάρτηση από λίγες, υπερτουριστικές περιφέρειες. Η πολιτική πρόκληση είναι διπλή: αφενός η στήριξη των μικρών μονάδων που δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν την κούρσα αναβάθμισης, αφετέρου η διαχείριση της φέρουσας ικανότητας σε περιοχές όπου η «έκρηξη» 5άστερων κινδυνεύει να μετατραπεί σε πίεση για τις υποδομές και την ποιότητα ζωής.






