Η ΑΑΔΕ θέτει σε λειτουργία τη νέα γραμμή καταγγελιών ΔΕΟΣ, μετατρέποντας τις πληροφορίες πολιτών σε οργανωμένο εργαλείο ελέγχου. Η κίνηση σηματοδοτεί στροφή σε πιο επιθετικό, τεχνοκρατικό μοντέλο κατά της φοροδιαφυγής και του λαθρεμπορίου.
Η φορολογική διοίκηση περνά σε νέα φάση επιχειρησιακής οργάνωσης, με την ΑΑΔΕ να ενεργοποιεί ειδική γραμμή καταγγελιών προς τη νέα Γενική Διεύθυνση Δυνάμεων Ελέγχου Οικονομικών Συναλλαγών (ΔΕΟΣ). Ο στόχος είναι σαφής: οι πληροφορίες πολιτών και επαγγελματιών να μην χάνονται σε ένα γενικό σύστημα αναφορών, αλλά να διοχετεύονται σε έναν κεντρικό, επιχειρησιακά δομημένο μηχανισμό για βαριές και σύνθετες παραβάσεις.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη αναδιάρθρωση του ελεγκτικού μοντέλου, όπου το πρώην ΣΔΟΕ ενσωματώνεται πλήρως στην ΑΑΔΕ και η ΔΕΟΣ αναλαμβάνει ρόλο «κορμού» στους ελέγχους κατά της φοροδιαφυγής, του λαθρεμπορίου και του οικονομικού εγκλήματος.
Τι αλλάζει με τη ΔΕΟΣ και τη νέα γραμμή καταγγελιών
Η ΔΕΟΣ αποτελεί τη νέα επιχειρησιακή ραχοκοκαλιά των ελέγχων της ΑΑΔΕ, με αποστολή τον συντονισμό και τη διενέργεια ερευνών σε υποθέσεις υψηλής πολυπλοκότητας. Σύμφωνα με το επιχειρησιακό σχέδιο για το 2026, η νέα δομή καλείται να υλοποιεί κατά μέσο όρο 130 δράσεις ελέγχου την ημέρα, δηλαδή πάνω από 39.000 ετησίως.
Οι έλεγχοι θα κατευθύνονται και θα παρακολουθούνται από δύο ειδικούς θαλάμους επιχειρήσεων, ενώ το επιχειρησιακό σκέλος ενισχύεται με 3 αντιλαθρεμπορικά σκάφη, 6 drones, 1 υποβρύχιο drone, 36 φορητές κάμερες, περίπου 35 οχήματα διαφόρων τύπων, συστήματα ομαδικής επικοινωνίας και οπλισμό. Πρόκειται για μια υποδομή που προσομοιάζει περισσότερο σε σύγχρονη μονάδα δίωξης οργανωμένου οικονομικού εγκλήματος παρά σε κλασική φορολογική υπηρεσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, μέχρι το φθινόπωρο αναμένεται να λειτουργήσει πιο οργανωμένο κανάλι υποβολής πληροφοριών για φορολογικές και τελωνειακές παραβάσεις. Η νέα γραμμή θα είναι προσανατολισμένη στη ΔΕΟΣ, επιτρέποντας στοχευμένη αξιοποίηση των καταγγελιών για περιπτώσεις όπως αδήλωτα εισοδήματα, κυκλώματα λαθρεμπορίου και σύνθετα σχήματα φοροαποφυγής.
Από διάσπαρτες αναφορές σε στοχευμένη πληροφορία
Η ΑΑΔΕ διαθέτει ήδη ψηφιακή υποδομή για την υποβολή καταγγελιών, μέσω της πλατφόρμας myAADE και της εφαρμογής appodixi. Το 2025 καταγράφηκαν συνολικά 41.354 αναφορές πολιτών, ενώ την περίοδο 2022–2025 οι αναφορές ανήλθαν σε 234.789. Από αυτές, 16.970 προήλθαν από το myAADE και 24.384 από το appodixi.
Η μέχρι σήμερα εμπειρία δείχνει ότι οι ψηφιακές καταγγελίες μπορούν να τροφοδοτήσουν ουσιαστικούς ελέγχους: μόνο το 2025 πραγματοποιήθηκαν 17.817 επιτόπιοι έλεγχοι, εκ των οποίων 1.978 συνδέονταν άμεσα με αναφορές από τα ψηφιακά εργαλεία. Με τη νέα γραμμή προς τη ΔΕΟΣ, η φορολογική διοίκηση επιδιώκει να περάσει από τον παθητικό ρόλο παραλαβής καταγγελιών σε ένα πιο ενεργό μοντέλο ανάλυσης κινδύνου και προτεραιοποίησης υποθέσεων.
Η θεσμική αλλαγή είναι κρίσιμη: οι πληροφορίες δεν θα αντιμετωπίζονται πλέον ως «μεμονωμένες καταγγελίες», αλλά ως κομμάτια ενός μεγαλύτερου παζλ για τη χαρτογράφηση κυκλωμάτων φοροδιαφυγής και λαθρεμπορίου. Η ΔΕΟΣ, με κεντρικό συντονισμό και τεχνολογικά εργαλεία, μπορεί να διασυνδέει δεδομένα, να εντοπίζει επαναλαμβανόμενα μοτίβα και να κατευθύνει τους επιτόπιους ελέγχους εκεί όπου η πιθανότητα σοβαρής παράβασης είναι υψηλότερη.
Μακροπρόθεσμος αντίκτυπος στα δημόσια έσοδα και την αγορά
Η ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών δεν είναι μόνο ζήτημα συμμόρφωσης, αλλά και κρίσιμη παράμετρος για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντικό κενό ΦΠΑ και υψηλά επίπεδα παραοικονομίας, γεγονός που περιορίζει τον δημοσιονομικό χώρο και μεταφέρει δυσανάλογο βάρος σε όσους συμμορφώνονται.
Ένα πιο επιθετικό και τεχνοκρατικά δομημένο μοντέλο ελέγχου, όπως αυτό που επιχειρείται με τη ΔΕΟΣ, μπορεί μεσοπρόθεσμα να αυξήσει τη φορολογική βάση, να μειώσει την ανάγκη για οριζόντια μέτρα και να ενισχύσει την αξιοπιστία της χώρας έναντι των ευρωπαϊκών θεσμών. Παράλληλα, στέλνει μήνυμα σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες ότι η πιθανότητα εντοπισμού παραβάσεων αυξάνεται, ειδικά όταν υπάρχει ψηφιακό αποτύπωμα και στοχευμένη πληροφόρηση από τρίτους.
Ωστόσο, η αποτελεσματικότητα του νέου σχήματος θα κριθεί σε δύο επίπεδα: πρώτον, από το κατά πόσο οι καταγγελίες θα φιλτράρονται και θα αξιολογούνται με αντικειμενικά κριτήρια κινδύνου, χωρίς να κατακλύζεται το σύστημα από χαμηλής αξίας πληροφορίες. Και δεύτερον, από το αν οι έλεγχοι θα καταλήγουν σε τελεσίδικες πράξεις και εισπράξεις, περιορίζοντας τις χρονοβόρες δικαστικές εκκρεμότητες που παραδοσιακά αποδυναμώνουν την αποτρεπτική ισχύ του ελεγκτικού μηχανισμού.
Τι σημαίνει για επιχειρήσεις, επαγγελματίες και φορολογούμενους
Για την αγορά, η νέα γραμμή καταγγελιών προς τη ΔΕΟΣ αλλάζει το περιβάλλον λειτουργίας. Οι επιχειρήσεις και οι ελεύθεροι επαγγελματίες βρίσκονται πλέον σε ένα πλαίσιο όπου η πιθανότητα στοχευμένου ελέγχου δεν εξαρτάται μόνο από τα κλασικά κριτήρια ανάλυσης κινδύνου της ΑΑΔΕ, αλλά και από την ενεργό συμμετοχή τρίτων που μπορούν να καταγγείλουν ύποπτες πρακτικές.
Αυτό ενισχύει τον κίνδυνο για όσους στηρίζουν το επιχειρηματικό τους μοντέλο στη συστηματική φοροδιαφυγή ή στο λαθρεμπόριο, αλλά ταυτόχρονα μπορεί να λειτουργήσει εξισορροπητικά για τις συνεπείς επιχειρήσεις, περιορίζοντας τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Σε κλάδους με υψηλή χρήση μετρητών και ιστορικά μεγάλη έκθεση σε φοροδιαφυγή, όπως η εστίαση, το λιανεμπόριο και συγκεκριμένοι τομείς υπηρεσιών, η πίεση συμμόρφωσης αναμένεται να ενταθεί.
Για τους φορολογούμενους, η θεσμοθέτηση ενός πιο οργανωμένου καναλιού καταγγελιών αναδεικνύει τον ρόλο του πολίτη ως «συμμέτοχου» στον έλεγχο της φορολογικής νομιμότητας. Η πρόκληση για την ΑΑΔΕ είναι να προστατεύσει τον θεσμό από καταχρηστικές ή κακόβουλες αναφορές, διασφαλίζοντας παράλληλα την ανωνυμία και την προστασία προσωπικών δεδομένων, ώστε η χρήση της γραμμής να παραμένει εργαλείο θεσμικής ενίσχυσης και όχι μέσο ιδιωτικών αντιπαραθέσεων.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, η επιχειρησιακή αναβάθμιση της ΑΑΔΕ μέσω της ΔΕΟΣ και της νέας γραμμής καταγγελιών σηματοδοτεί σταδιακή μετατόπιση από την «τυπική» φορολογική διοίκηση σε ένα μοντέλο οικονομικής αστυνόμευσης με ισχυρή χρήση δεδομένων. Αν το εγχείρημα συνοδευτεί από σταθερή εφαρμογή κανόνων και γρήγορη εκκαθάριση υποθέσεων, μπορεί να βελτιώσει ουσιαστικά το φορολογικό περιβάλλον, να ενισχύσει τη διαφάνεια και να δημιουργήσει πιο ισότιμους όρους ανταγωνισμού για τις υγιείς επιχειρήσεις. Σε αντίθετη περίπτωση, ο κίνδυνος είναι να προστεθεί ένα ακόμη επίπεδο γραφειοκρατίας χωρίς ανάλογο δημοσιονομικό και θεσμικό όφελος.






