Στην τελική ευθεία μπαίνει η ένταξη νοσηλευτών και διασωστών του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ στα Βαρέα και Ανθυγιεινά. Η ρύθμιση κλείνει πολυετή ανισότητα και επηρεάζει μισθούς, εισφορές και συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Η κυβέρνηση προχωρά σε μία από τις πλέον συζητημένες παρεμβάσεις στο ασφαλιστικό των εργαζομένων στην υγεία: την ένταξη νοσηλευτών, βοηθών νοσηλευτών, οδηγών και βοηθών ασθενοφόρων – διασωστών του ΕΣΥ και του ΕΚΑΒ στα Βαρέα και Ανθυγιεινά Επαγγέλματα (ΒΑΕ). Η ρύθμιση, που σύμφωνα με πληροφορίες έχει ήδη αποτυπωθεί σε διάταξη νόμου, έρχεται να θεραπεύσει μια χρόνια στρέβλωση στο Εθνικό Σύστημα Υγείας και να αναγνωρίσει θεσμικά τον εξαιρετικά επιβαρυντικό χαρακτήρα της εργασίας στην πρώτη γραμμή.
Κλείνει η ψαλίδα μεταξύ «παλαιών» και «νέων» νοσηλευτών
Σήμερα συνυπάρχουν δύο κατηγορίες νοσηλευτών: όσοι προσλήφθηκαν πριν από το 2011 και παραμένουν εκτός καθεστώτος ΒΑΕ και όσοι προσλήφθηκαν μετά το 2011 και ήδη υπάγονται σε αυτό. Παρά το ότι εκτελούν την ίδια εργασία, στα ίδια τμήματα και υπό τις ίδιες συνθήκες πίεσης, τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα διαφέρουν ουσιωδώς. Η νέα διάταξη στοχεύει να άρει αυτή τη διάκριση, εντάσσοντας στο ΒΑΕ το σύνολο των νοσηλευτών και διασωστών του δημόσιου συστήματος υγείας.
Η υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης Νίκη Κεραμέως επιβεβαίωσε δημόσια ότι η ένταξη προχωρά, κάνοντας λόγο για «σημαντική ρύθμιση» υπέρ ενός κλάδου που εργάζεται σε ιδιαίτερα δύσκολες και ανθυγιεινές συνθήκες. Κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι το μέτρο είναι πλήρως κοστολογημένο και λαμβάνει υπόψη όλες τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος, με στόχο τη δικαιοσύνη μεταξύ παλαιών και νέων ασφαλισμένων αλλά και την ενίσχυση της ελκυστικότητας των επαγγελμάτων υγείας για τους νέους.
Τι σημαίνει πρακτικά η υπαγωγή στα ΒΑΕ
Η ένταξη στα Βαρέα και Ανθυγιεινά συνοδεύεται από τρεις βασικές συνέπειες: πρόσθετες ασφαλιστικές εισφορές (εργαζόμενου και εργοδότη), καταβολή ειδικού επιδόματος και δυνατότητα συνταξιοδότησης με ευνοϊκότερους όρους. Παράλληλα, αυξάνονται τα αναγνωρίσιμα συντάξιμα έτη, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μειώνεται ο απαιτούμενος χρόνος ασφάλισης για θεμελίωση δικαιώματος.
Για τους παλαιούς ασφαλισμένους (έως 31/12/1992), ενδεικτικά απαιτούνται 10.500 ημέρες ασφάλισης, εκ των οποίων 7.500 σε ΒΑΕ, και ηλικία 62 ετών για πλήρη σύνταξη (ή 60 για μειωμένη), ή εναλλακτικά 4.500 ημέρες με 3.600 σε ΒΑΕ και ηλικία 62 ετών. Επιπλέον, 1.000 ημέρες σε ΒΑΕ πρέπει να έχουν πραγματοποιηθεί στην τελευταία 17ετία πριν από τη συμπλήρωση του ορίου ηλικίας. Για ειδικές κατηγορίες, όπως οικοδομικές εργασίες ή υπόγειες στοές, ισχύουν χαμηλότερα όρια ηλικίας.
Για τους νέους ασφαλισμένους (από 1/1/1993), το βασικό πλαίσιο προβλέπει 4.500 ημέρες ασφάλισης, εκ των οποίων 3.375 σε ΒΑΕ, και ηλικία 62 ετών μετά την 1η Ιανουαρίου 2013. Σημαντικό είναι ότι τα συγκεκριμένα όρια ηλικίας δεν επηρεάστηκαν από τις αυξήσεις που έφερε ο Ν. 4336/2015, προσφέροντας σχετική σταθερότητα στον προγραμματισμό εξόδου.
Κίνδυνος «κύματος εξόδου» και στρατηγική για το ΕΣΥ
Παρά τις ανησυχίες για πιθανό κύμα φυγής από το ΕΣΥ, κυβερνητικά στελέχη εκτιμούν ότι οι αυξημένες απαιτήσεις σε ημέρες ασφάλισης περιορίζουν τον άμεσο κίνδυνο μαζικών αποχωρήσεων. Ωστόσο, η ρύθμιση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πακέτο παρεμβάσεων που ετοιμάζει το υπουργείο Υγείας, με στόχο να καταστήσει τα επαγγέλματα υγείας πιο ελκυστικά, τόσο σε επίπεδο απολαβών όσο και σε επίπεδο θεσμικής αναγνώρισης.
Οι εργαζόμενοι, που έχουν ακούσει επανειλημμένα πολιτικές εξαγγελίες για τα ΒΑΕ χωρίς αντίκρισμα, παραμένουν συγκρατημένοι μέχρι να δουν τη διάταξη ψηφισμένη και εφαρμοσμένη. Η ουσία όμως είναι ότι, εφόσον προχωρήσει όπως περιγράφεται, η ένταξη στα ΒΑΕ μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο αποκατάστασης δικαιοσύνης εντός του ΕΣΥ και, ταυτόχρονα, ως έμμεσο κίνητρο προσέλκυσης και διατήρησης προσωπικού σε έναν κλάδο με έντονο κοινωνικό αποτύπωμα.
Σχόλιο
: Η ένταξη νοσηλευτών και διασωστών στα ΒΑΕ δεν είναι απλώς μια προεκλογικά δημοφιλής παροχή, αλλά δομική ασφαλιστική μεταρρύθμιση με δημοσιονομικό κόστος και ισχυρό κοινωνικό πρόσημο. Αν συνοδευθεί από ουσιαστική ενίσχυση μισθών και συνθηκών εργασίας, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο ανάσχεσης της «διαρροής εγκεφάλων» από το ΕΣΥ. Αν όμως περιοριστεί σε τυπική αλλαγή κωδικών χωρίς επαρκή στελέχωση και οργάνωση, ο κίνδυνος είναι να λειτουργήσει περισσότερο ως βαλβίδα εξόδου για κουρασμένους επαγγελματίες, παρά ως μοχλός ανανέωσης του ανθρώπινου δυναμικού της δημόσιας υγείας.






