Γερμανία και Ουκρανία δρομολογούν ανάπτυξη drones με εμβέλεια έως 1.500 χλμ., την ώρα που η Ευρώπη αναζητά στρατηγική αυτονομία. Το ερώτημα είναι αν οι επενδύσεις κατευθύνονται στα σωστά οπλικά και αμυντικά συστήματα.
Η ανακοίνωση του Γερμανού υπουργού Άμυνας Μπόρις Πιστόριους από το Κίεβο για την από κοινού ανάπτυξη drones με εμβέλεια έως και 1.500 χιλιόμετρα σηματοδοτεί ένα νέο στάδιο στη στρατιωτική συνεργασία Βερολίνου–Κιέβου. Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια συγκυρία όπου η Ευρώπη καλείται να καλύψει κενά που αφήνει η σταδιακή υποχώρηση αμερικανικών δυνατοτήτων και δεσμεύσεων στην ήπειρο.
Στροφή σε επιθετικά drones και ευρωπαϊκή αυτάρκεια
Η γερμανοουκρανική συμφωνία παρουσιάζεται ως «εμβάθυνση της αμυντικής συνεργασίας», με σαφή στόχο την απόκτηση ικανότητας πλήγματος σε μεγάλες αποστάσεις. Drones με εμβέλεια 1.500 χιλιομέτρων μπορούν θεωρητικά να καλύψουν κρίσιμες αποστάσεις στο ανατολικό μέτωπο, να πλήξουν υποδομές διοίκησης, logistics και βιομηχανικούς στόχους βαθιά στα μετόπισθεν.
Για την Ευρώπη, η κίνηση αυτή εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση: την προσπάθεια να αποκτήσει δικές της τεχνολογίες ακριβείας, χωρίς να εξαρτάται από τις ΗΠΑ. Η εμπειρία του πολέμου στην Ουκρανία έχει δείξει ότι τα μη επανδρωμένα συστήματα, από φθηνά εμπορικά drones έως σύνθετες πλατφόρμες κρούσης, μεταβάλλουν ριζικά το πεδίο μάχης. Παράλληλα όμως, η ταχύτητα με την οποία αναπτύσσονται αντίμετρα –ηλεκτρονικός πόλεμος, συστήματα παρεμβολών, αντιαεροπορική άμυνα μικρού βεληνεκούς– θέτει το ερώτημα κατά πόσο η επένδυση σε ακριβά drones μεγάλης εμβέλειας είναι η βέλτιστη χρήση πόρων.
«Ρυθμίζουμε» το σωστό κομμάτι της άμυνας;
Στο σχετικό podcast, ο ειδικός ασφάλειας Κρίστιαν Μέλινγκ θέτει το κρίσιμο ερώτημα: «Μήπως η Ευρώπη εξοπλίζει το λάθος κομμάτι;». Η ουσία της συζήτησης αφορά την ισορροπία ανάμεσα σε επιθετικές δυνατότητες, όπως τα drones κρούσης, και στην άμυνα: αντιαεροπορικά συστήματα, προστασία υποδομών, πυρομαχικά πυροβολικού, θωράκιση και logistics.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει αναδείξει τεράστια και διαρκή κατανάλωση πυρομαχικών, ανάγκη για συνεχή αναπλήρωση τεθωρακισμένων και οχυρωματικών έργων, αλλά και για ανθεκτικότητα σε κυβερνοεπιθέσεις και πλήγματα σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές. Σε αυτό το πλαίσιο, η επένδυση σε drones μεγάλης εμβέλειας μπορεί να προσφέρει ισχυρό εργαλείο αποτροπής και πίεσης, αλλά δεν υποκαθιστά τις βασικές ανάγκες ενός στρατού φθοράς.
Στρατιωτική σταθεροποίηση, αλλά χωρίς ορατή στρατηγική νίκης
Στο μέτωπο, η εικόνα που περιγράφεται είναι μιας Ουκρανίας που έχει σταθεροποιήσει σε μεγάλο βαθμό τις γραμμές της, με τη Ρωσία να μην επιτυγχάνει πλέον αποφασιστικές διασπάσεις. Ωστόσο, ούτε στρατιωτικά ούτε διπλωματικά διαφαίνεται μια συνεκτική στρατηγική που να οδηγεί σε ξεκάθαρη νίκη ή βιώσιμη λύση. Η σύγκρουση μοιάζει περισσότερο με πόλεμο φθοράς, στον οποίο η βιομηχανική και τεχνολογική αντοχή θα αποδειχθεί καθοριστική.
Για το Βερολίνο και συνολικά την ΕΕ, το διακύβευμα είναι διπλό: αφενός η στήριξη της Ουκρανίας ώστε να παραμείνει στρατιωτικά βιώσιμη, αφετέρου η οικοδόμηση μιας ευρωπαϊκής αμυντικής βάσης που θα μπορεί να ανταποκριθεί σε μελλοντικές κρίσεις χωρίς πλήρη εξάρτηση από την Ουάσιγκτον.
Σχόλιο
: Η γερμανοουκρανική συνεργασία στα drones είναι σύμπτωμα της γρήγορης «στρατιωτικοποίησης» της ευρωπαϊκής τεχνολογικής βάσης, αλλά και της αμηχανίας στρατηγικής: η Ευρώπη επενδύει σε εντυπωσιακές πλατφόρμες, χωρίς ακόμη να έχει απαντήσει πειστικά στο πώς θέλει να τελειώσει τον πόλεμο και ποια αρχιτεκτονική ασφάλειας επιδιώκει για την επόμενη ημέρα.
#Γερμανία #Ουκρανία #Drones #ΕυρωπαϊκήΆμυνα #ΟυκρανίαΠόλεμος






