Η προειδοποίηση του Πιερ Βουνς ότι «βρισκόμαστε στην αρχή του προβλήματος του πληθωρισμού» επαναφέρει στο προσκήνιο το ενδεχόμενο πιο αυστηρής νομισματικής πολιτικής. Η συζήτηση στην ΕΚΤ μετατοπίζεται ξανά από τις μειώσεις επιτοκίων στον κίνδυνο παρατεταμένων πιέσεων στις τιμές.
Η δημόσια παρέμβαση του Πιερ Βουνς, μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας του Βελγίου, ότι «βρισκόμαστε στην αρχή» ενός προβλήματος πληθωρισμού, λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η μάχη με τις τιμές στην Ευρωζώνη δεν έχει κριθεί. Η τοποθέτηση έρχεται σε μια φάση όπου οι αγορές είχαν αρχίσει να τιμολογούν πιο σταθερά σενάρια χαλάρωσης, θεωρώντας ότι ο κύκλος των αυξήσεων επιτοκίων έχει οριστικά κλείσει.
Τι σηματοδοτεί η παρέμβαση Βουνς για την ΕΚΤ
Μιλώντας στο περιθώριο συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου στις Βρυξέλλες, ο Βουνς προειδοποίησε ότι η ΕΚΤ «θα χρειαστεί να αντιδράσει κάποια στιγμή» αν οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχυθούν, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο πιο σφιχτής νομισματικής στάσης. Η αναφορά του σε «αρχή» προβλήματος πληθωρισμού δεν αφορά μόνο το επίπεδο των τιμών σήμερα, αλλά κυρίως τον κίνδυνο να παγιωθούν υψηλότερες προσδοκίες για μελλοντικό πληθωρισμό.
Ο Βουνς έχει ήδη δείξει προθυμία να υποστηρίξει αύξηση επιτοκίων στο πρόσφατο παρελθόν, ειδικά με φόντο την αβεβαιότητα που προκάλεσαν γεωπολιτικές εστίες έντασης στη Μέση Ανατολή. Η σημερινή του τοποθέτηση εντάσσεται σε μια ευρύτερη γραμμή των λεγόμενων «σκληρών» μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, που φοβούνται ότι η πρόωρη χαλάρωση μπορεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό σε ένα περιβάλλον ήδη αυξημένων δημοσιονομικών ελλειμμάτων και υψηλών μισθολογικών πιέσεων σε ορισμένες οικονομίες.
Το ευρωπαϊκό μακροοικονομικό πλαίσιο και ο κίνδυνος δεύτερου κύματος
Η Ευρωζώνη εξέρχεται σταδιακά από το πρώτο σοκ πληθωρισμού που τροφοδότησαν η ενεργειακή κρίση και οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες, αλλά οι υποκείμενες πιέσεις παραμένουν. Ο δομικός πληθωρισμός, που εξαιρεί την ενέργεια και τα τρόφιμα, έχει αποδειχθεί πιο επίμονος, αντανακλώντας αυξήσεις σε υπηρεσίες και μισθούς.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ βρίσκεται ανάμεσα σε δύο αντίρροπες δυνάμεις. Από τη μία, η ασθενής ανάπτυξη σε αρκετές χώρες της Ευρωζώνης και η ανάγκη στήριξης της πραγματικής οικονομίας. Από την άλλη, η θεσμική της εντολή για σταθερότητα τιμών, που την υποχρεώνει να αποτρέψει ένα «δεύτερο κύμα» πληθωρισμού, το οποίο θα μπορούσε να προκύψει από επίμονες μισθολογικές αυξήσεις, ανατιμολογήσεις υπηρεσιών και πιθανές νέες γεωπολιτικές αναταράξεις στις αγορές ενέργειας.
Η προειδοποίηση Βουνς λειτουργεί ως σήμα προς τις κυβερνήσεις ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να σηκώσει μόνη της το βάρος της σταθεροποίησης. Με δημοσιονομικά ελλείμματα που παραμένουν αυξημένα σε πολλές χώρες και με την ΕΕ να μπαίνει σε μια περίοδο ακριβότερης χρηματοδότησης, ο κίνδυνος σύγκρουσης ανάμεσα σε επεκτατικές δημοσιονομικές επιλογές και περιοριστική νομισματική πολιτική γίνεται πιο ορατός.
Επιπτώσεις για τις αγορές και τη στρατηγική επιτοκίων
Για τις αγορές χρήματος και ομολόγων, δηλώσεις όπως αυτή του Βουνς επηρεάζουν άμεσα τις προσδοκίες για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων της ΕΚΤ. Ακόμη και αν δεν προεξοφλείται άμεσα νέα αύξηση, η ρητορική περί «αρχής» προβλήματος πληθωρισμού μπορεί να μεταφραστεί σε σενάρια παρατεταμένης διατήρησης των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα ή σε πιο αργό ρυθμό τυχόν μειώσεων.
Αυτό έχει συνέπειες στο κόστος δανεισμού κρατών και επιχειρήσεων, αλλά και στις αποτιμήσεις των μετοχικών αγορών, ιδίως κλάδων που είναι ευαίσθητοι στα επιτόκια, όπως οι τράπεζες, τα ακίνητα και οι επιχειρήσεις με υψηλή μόχλευση. Παράλληλα, η σύγκλιση ή η απόκλιση της πορείας της ΕΚΤ από αυτήν της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ επηρεάζει και την ισοτιμία ευρώ-δολαρίου, προσθέτοντας μια ακόμη μεταβλητή για τους εξαγωγείς και τις εισαγωγικές επιχειρήσεις της Ευρωζώνης.
Τι σημαίνει για την Ελλάδα και τους Έλληνες δανειολήπτες
Για την ελληνική οικονομία, κάθε ένδειξη ότι η ΕΚΤ μπορεί να παραμείνει πιο «σφιχτή» για μεγαλύτερο διάστημα μεταφράζεται σε υψηλότερο κόστος χρήματος για κράτος, τράπεζες και ιδιώτες. Τα ελληνικά κρατικά ομόλογα, αν και έχουν βελτιώσει σημαντικά το προφίλ κινδύνου τους τα τελευταία χρόνια, παραμένουν ευαίσθητα σε αλλαγές προσδοκιών για τα επιτόκια στην Ευρωζώνη.
Σε επίπεδο πραγματικής οικονομίας, η παράταση μιας περιόδου αυξημένων επιτοκίων πιέζει τα νοικοκυριά με κυμαινόμενα στεγαστικά δάνεια και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις που χρηματοδοτούνται μέσω τραπεζικών δανείων. Την ίδια στιγμή, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στη δημοσιονομική πειθαρχία και την ανάγκη συνέχισης επενδύσεων σε υποδομές, πράσινη μετάβαση και ψηφιοποίηση, σε ένα περιβάλλον όπου το «φθηνό χρήμα» της προηγούμενης δεκαετίας δεν είναι πλέον δεδομένο.
Η ουσία της προειδοποίησης Βουνς για την Ελλάδα είναι ότι η περίοδος «άνεσης» ως προς τον πληθωρισμό και τα επιτόκια δεν έχει επιστρέψει. Η χώρα, παρά την πρόοδο, παραμένει εκτεθειμένη σε ευρωπαϊκές αποφάσεις νομισματικής πολιτικής και χρειάζεται να ενισχύσει τα διαρθρωτικά της θεμέλια – παραγωγικότητα, θεσμούς, σταθερό φορολογικό πλαίσιο – ώστε να αντέξει έναν κόσμο με πιο ακριβή χρηματοδότηση και πιθανώς πιο ευμετάβλητο πληθωρισμό.
Σχόλιο
: Για την ελληνική αγορά, το μήνυμα είναι διπλό: οι επιχειρήσεις πρέπει να προεξοφλήσουν ότι το κόστος δανεισμού θα παραμείνει σε σχετικά υψηλά επίπεδα και να επιταχύνουν την αναχρηματοδότηση και την εξυγίανση ισολογισμών, ενώ οι επενδυτές οφείλουν να σταθμίσουν προσεκτικότερα την ευαισθησία των κλάδων στα επιτόκια. Ταυτόχρονα, η δημοσιονομική πολιτική δεν έχει περιθώριο για χαλάρωση, καθώς κάθε ολίσθηση θα τιμωρείται ταχύτερα σε ένα περιβάλλον όπου η ΕΚΤ δείχνει έτοιμη να προτάξει ξανά τη σταθερότητα τιμών έναντι της βραχυπρόθεσμης ανάπτυξης.






