Η παγκόσμια ενεργειακή κρίση που πυροδοτήθηκε από τον πόλεμο στο Ιράν δεν πλήττει όλους το ίδιο. Αντίθετα, λειτουργεί ως stress test που αποκαλύπτει μια σκληρή πραγματικότητα: ο αναπτυσσόμενος κόσμος μπαίνει στην κρίση χωρίς «μαξιλάρι» ασφάλειας. Η μερική παράλυση των Στενών του Ορμούζ – από όπου διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και LNG – έχει μετατραπεί σε συστημικό σοκ για χώρες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας και δεν διαθέτουν στρατηγικά αποθέματα.
Σε αντίθεση με τις ανεπτυγμένες οικονομίες, τα μέλη του Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχουν υποχρέωση να διατηρούν αποθέματα που καλύπτουν τουλάχιστον 90 ημέρες εισαγωγών. Στην πράξη, πολλές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής λειτουργούν με αποθέματα λίγων ημερών ή εβδομάδων. Το αποτέλεσμα είναι απλό: δεν έχουν χρόνο να αντιδράσουν. Όταν η τιμή ανεβαίνει, την πληρώνουν άμεσα.
Η εικόνα γίνεται πιο ανησυχητική αν δει κανείς τα πραγματικά δεδομένα. Πάνω από το 70% του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε χώρες με ανεπαρκή ενεργειακά αποθέματα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως στο Πακιστάν, τα διαθέσιμα αποθέματα πετρελαίου επαρκούν για λιγότερο από μία εβδομάδα. Σε άλλες μεγάλες αναπτυσσόμενες οικονομίες της Ασίας, το buffer δεν ξεπερνά τον έναν μήνα. Με απλά λόγια, αυτές οι οικονομίες λειτουργούν χωρίς δίχτυ ασφαλείας.
Η δομική αιτία είναι οικονομική, όχι τεχνική. Η δημιουργία στρατηγικών αποθεμάτων είναι ακριβή υπόθεση. Απαιτεί κεφάλαια, υποδομές, συνεχή ανανέωση αποθεμάτων και σταθερή ενεργειακή πολιτική. Για χώρες που ήδη πιέζονται από χρέος, πληθωρισμό, εισαγωγές τροφίμων και κοινωνικές δαπάνες, η αποθήκευση εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου μοιάζει πολυτέλεια. Στην πράξη όμως, είναι θέμα εθνικής ασφάλειας.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το μέγεθος των αποθεμάτων αλλά και η αρχιτεκτονική της παγκόσμιας αγοράς. Ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και ο IEA σχεδιάστηκαν σε μια εποχή όπου η κατανάλωση πετρελαίου ήταν συγκεντρωμένη στη Δύση. Σήμερα, η ζήτηση έχει μετατοπιστεί προς την Ασία, αλλά οι μηχανισμοί διαχείρισης κρίσεων δεν έχουν προσαρμοστεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα όπου μια μικρότερη ομάδα χωρών «κρατά» την αγορά, ενώ η πλειονότητα παραμένει εκτεθειμένη.
Η Κίνα αποτελεί την εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα. Έχει χτίσει τεράστια στρατηγικά αποθέματα, που εκτιμώνται σε επίπεδα υψηλότερα από αυτά των Ηνωμένων Πολιτειών και των ευρωπαϊκών οικονομιών μαζί. Αυτό της δίνει γεωπολιτικό leverage και ενεργειακή ανθεκτικότητα. Το ίδιο ισχύει, σε μικρότερο βαθμό, για χώρες όπως η Ινδία και τα κράτη του Κόλπου.
Η κρίση, όμως, δεν είναι μόνο θέμα αποθεμάτων. Είναι και θέμα πολιτικής. Σε πολλές αναπτυσσόμενες οικονομίες, επιδοτήσεις καυσίμων, πλαφόν τιμών και κρατικές παρεμβάσεις στρεβλώνουν την αγορά και επιδεινώνουν τις ελλείψεις. Όταν το σύστημα πιεστεί, η αγορά «σπάει» πιο γρήγορα. Το έχουμε δει επανειλημμένα: ουρές στα πρατήρια, δελτία καυσίμων, κοινωνική ένταση.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η κρίση επιταχύνει δύο τάσεις. Πρώτον, τη στροφή προς ενεργειακή αυτάρκεια, με επενδύσεις σε αποθέματα και υποδομές. Δεύτερον, την επιτάχυνση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας ως μακροπρόθεσμη άμυνα απέναντι σε γεωπολιτικά σοκ. Η απεξάρτηση από το πετρέλαιο δεν είναι πλέον μόνο περιβαλλοντική επιλογή. Είναι εργαλείο γεωπολιτικής επιβίωσης.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα υπάρξει νέα παγκόσμια αρχιτεκτονική ενέργειας ή αν ο κόσμος θα κινηθεί προς περιφερειακά blocs συνεργασίας. Σενάρια όπως περιφερειακά αποθέματα, κοινές αγορές ενέργειας και διασυνοριακές συμφωνίες είναι στο τραπέζι. Το πρόβλημα είναι ότι σε μια παγκόσμια κρίση, όλοι χρειάζονται ενέργεια ταυτόχρονα. Και τότε κανείς δεν μοιράζεται.
SBC σχόλιο: Η ενεργειακή κρίση δεν είναι απλώς αποτέλεσμα του πολέμου στο Ιράν. Είναι αποτέλεσμα ενός συστήματος που σχεδιάστηκε για έναν κόσμο που δεν υπάρχει πια. Οι ανεπτυγμένες οικονομίες έχουν buffer και χρόνο. Οι αναπτυσσόμενες όχι. Και σε τέτοιες κρίσεις, ο χρόνος είναι το μόνο νόμισμα που μετράει. Όποιος δεν τον έχει, πληρώνει ακριβά – οικονομικά και πολιτικά.







