ΗΠΑ: Ο Τραμπ ανοίγει τριμερή συζήτηση αποπυρηνικοποίησης με Κίνα και Ρωσία

Ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε ότι έθεσε στον Σι Τζινπίνγκ την αποπυρηνικοποίηση, προτείνοντας παράλληλα εμπλοκή της Ρωσίας. Η κίνηση επαναφέρει το ζήτημα του παγκόσμιου πυρηνικού ελέγχου σε τριγωνικό πλαίσιο Ουάσινγκτον–Πεκίνου–Μόσχας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι έθεσε το θέμα της αποπυρηνικοποίησης στον Κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ στη σύνοδο του Πεκίνου, μιλώντας για «θετική» ανταπόκριση από την κινεζική πλευρά. Μιλώντας σε δημοσιογράφους εν πτήσει με το Air Force One, άφησε να εννοηθεί ότι στην εξίσωση θα πρέπει να εισέλθει και η Ρωσία, χαρακτηρίζοντας την ιδέα μιας ευρύτερης συζήτησης για τα πυρηνικά ως «κάτι που θα ήταν πολύ καλό».

Τι σημαίνει «αποπυρηνικοποίηση» στο σημερινό γεωπολιτικό πλαίσιο;

Ο όρος «αποπυρηνικοποίηση» παραμένει σκόπιμα ασαφής στη διπλωματική γλώσσα. Στο αμερικανοκινεζικό πλαίσιο, μπορεί να αφορά από τον έλεγχο και τη μείωση στρατηγικών οπλοστασίων έως τη διαχείριση περιφερειακών κρίσεων, όπως η κορεατική χερσόνησος. Η αναφορά Τραμπ χωρίς συγκεκριμενοποίηση επιτρέπει σε κάθε πλευρά να ερμηνεύσει το περιεχόμενο σύμφωνα με τα δικά της στρατηγικά συμφέροντα.

Για την Ουάσινγκτον, η ρητορική περί αποπυρηνικοποίησης λειτουργεί ως εργαλείο πίεσης και ως πεδίο διαπραγμάτευσης σε ευρύτερα ζητήματα – από το εμπόριο μέχρι την τεχνολογία. Για το Πεκίνο, η συμμετοχή σε μια τέτοια συζήτηση ενισχύει την εικόνα της Κίνας ως υπεύθυνης πυρηνικής δύναμης, χωρίς να δεσμεύεται σε άμεσες περικοπές του ταχέως αναπτυσσόμενου οπλοστασίου της.

Η πρόταση εμπλοκής της Ρωσίας και η κληρονομιά των συνθηκών

Η πρόθεση Τραμπ «να φέρει τη Ρωσία στη συζήτηση» παραπέμπει στην ιστορική παράδοση των διμερών συνθηκών ελέγχου εξοπλισμών ΗΠΑ–Ρωσίας, αλλά σε ένα εντελώς νέο περιβάλλον. Η σταδιακή αποσύνθεση του πλαισίου συνθηκών –από την κατάργηση της INF έως τις εντάσεις γύρω από τη Νέα START– έχει αφήσει κενό θεσμικής αρχιτεκτονικής στον πυρηνικό έλεγχο. Η προσθήκη της Κίνας σε αυτήν την εξίσωση θα συνιστούσε de facto αναγνώριση ενός τριπολικού συστήματος πυρηνικής ισχύος.

Ωστόσο, η Μόσχα παραδοσιακά προτιμά το διμερές πλαίσιο με τις ΗΠΑ, όπου διαθέτει σαφή ισοτιμία, ενώ το Πεκίνο αποφεύγει να δεχθεί περιορισμούς που θα παγίωναν το σημερινό, ακόμα χαμηλότερο, επίπεδο του πυρηνικού του οπλοστασίου σε σχέση με τις δύο άλλες δυνάμεις. Η πρόταση Τραμπ, αν και πολιτικά ελκυστική, προσκρούει σε αντικρουόμενες στρατηγικές λογικές.

Διπλωματική ρητορική ή προοίμιο νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας;

Ο Τραμπ υπογράμμισε ότι θα συναντήσει τον Σι «πολλαπλές φορές» μέσα στο έτος, αλλά απέφυγε να αναφέρει αν υπήρξαν συγκεκριμένες δεσμεύσεις από την κινεζική πλευρά. Αυτό δείχνει ότι βρισκόμαστε περισσότερο στο στάδιο της διερεύνησης προθέσεων παρά σε προχωρημένη διαπραγμάτευση. Σε αυτή τη φάση, η ρητορική περί αποπυρηνικοποίησης λειτουργεί κυρίως ως σήμα προς τρίτους – συμμάχους, αγορές, αλλά και εσωτερικά ακροατήρια.

Παράλληλα, η συζήτηση για τα πυρηνικά δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τον οικονομικό ανταγωνισμό ΗΠΑ–Κίνας. Η Ουάσινγκτον ενδέχεται να χρησιμοποιήσει την ασφάλεια ως πεδίο όπου μπορεί να «ανταλλάξει» παραχωρήσεις με το Πεκίνο, σε μια προσπάθεια να επιβραδύνει την τεχνολογική και στρατιωτική του άνοδο. Αντίστροφα, η Κίνα μπορεί να αξιοποιήσει το θέμα για να εμφανιστεί ως υπεύθυνος εταίρος, αποσπώντας ανοχές σε άλλα μέτωπα, όπως οι βιομηχανικές επιδοτήσεις ή η πρόσβαση σε αγορές.

Μακροπρόθεσμες συνέπειες για το διεθνές σύστημα

Αν η τριμερής συζήτηση ΗΠΑ–Κίνας–Ρωσίας λάβει ουσιαστικό περιεχόμενο, θα σηματοδοτήσει μετατόπιση από το μεταψυχροπολεμικό διπολικό μοντέλο πυρηνικής σταθερότητας σε ένα πιο περίπλοκο, τριπολικό σχήμα. Αυτό θα απαιτήσει νέα θεσμικά εργαλεία, μηχανισμούς διαφάνειας και κανόνες εμπιστοσύνης, που σήμερα δεν υπάρχουν. Η απουσία τέτοιων κανόνων αυξάνει τον κίνδυνο παρεξηγήσεων και εξοπλιστικών σπειρών, με άμεσο κόστος σε δημόσιους πόρους.

Για τις μεγάλες δυνάμεις, η επένδυση σε πυρηνικά και σε αντιπυραυλικά συστήματα απορροφά τεράστια ποσά από τους κρατικούς προϋπολογισμούς, περιορίζοντας τη δυνατότητα για κοινωνικές και αναπτυξιακές δαπάνες. Η όποια πρόοδος σε συμφωνίες ελέγχου εξοπλισμών θα μπορούσε να απελευθερώσει πόρους, αλλά ταυτόχρονα θα αναδιανείμει την ισχύ στον διεθνή καταμερισμό, με επιπτώσεις στις περιφερειακές ισορροπίες από την Ευρώπη έως την Ασία.

Σχόλιο : Για την Ελλάδα, η συζήτηση αποπυρηνικοποίησης σε τριγωνικό πλαίσιο ΗΠΑ–Κίνας–Ρωσίας δεν είναι αφηρημένη γεωπολιτική, αλλά παράγοντας που επηρεάζει το οικονομικό περιβάλλον. Μια πιο σταθερή αρχιτεκτονική ασφάλειας σημαίνει χαμηλότερο ασφάλιστρο κινδύνου για την Ευρωζώνη, άρα δυνητικά χαμηλότερο κόστος δανεισμού για το ελληνικό Δημόσιο και τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, αν αποτύχουν τέτοιες πρωτοβουλίες και ενταθεί η κούρσα εξοπλισμών, η Ευρώπη θα πιεστεί να αυξήσει αμυντικές δαπάνες, περιορίζοντας τον δημοσιονομικό χώρο για επενδύσεις και συνοχή – εξέλιξη που θα επηρεάσει και τα διαθέσιμα ευρωπαϊκά κονδύλια για την Ελλάδα. Η Αθήνα οφείλει να παρακολουθεί στενά τις διαπραγματεύσεις, συνδέοντας σταθερά τις θέσεις της στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ με την ανάγκη για θεσμοθετημένο έλεγχο εξοπλισμών, που μειώνει τον γεωπολιτικό κίνδυνο και προστατεύει την αναπτυξιακή προοπτική της χώρας.

#ΗΠΑ #Κίνα #Ρωσία #αποπυρηνικοποίηση #διεθνής_ασφάλεια

Τελευταία Νέα

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.