Ο Ντόναλντ Τραμπ επανέρχεται στο αφήγημα εκλογικής νοθείας, επικαλούμενος 500.000 «ψεύτικες» επιστολικές ψήφους στο Μέριλαντ. Συνδέει την καταγγελία με πίεση για άμεση ψήφιση του SAVE Act και αυστηρότερους κανόνες ταυτοποίησης ψηφοφόρων.
Ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών Ντόναλντ Τραμπ αξιοποίησε εκ νέου το ζήτημα της εκλογικής ασφάλειας για να πιέσει το Κογκρέσο, υποστηρίζοντας ότι στο Μέριλαντ «αποκαλύφθηκαν 500.000 ψεύτικες επιστολικές ψήφοι». Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα Truth Social κάλεσε για άμεση ψήφιση του νομοσχεδίου SAVE Act, συνδέοντάς το με άλλα κρίσιμα νομοθετήματα για τη στέγη και τις υπηρεσίες πληροφοριών.
Τι ζητά ο Τραμπ και πώς συνδέει τα νομοσχέδια
Στο μήνυμά του ο Τραμπ αναφέρει: «THE SAVE AMERICA ACT MUST BE PASSED, NOW. Use the Housing and FISA Bills to get it done!», απαιτώντας ουσιαστικά να «κουμπωθούν» ρυθμίσεις για τις εκλογές πάνω σε ήδη διαπραγματευόμενα νομοσχέδια. Η τακτική αυτή δεν είναι καινούργια στην αμερικανική νομοθετική πρακτική, όμως δείχνει πόσο κεντρικό ρόλο θέλει να δώσει ο Λευκός Οίκος στο αφήγημα της εκλογικής ασφάλειας ενόψει της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης.
Ο Τραμπ ζητά ρητά «Voter I.D., and Proof of Citizenship, must be approved, NOW. Crooked Mail-In Voting must be stopped!!!», επαναφέροντας τη γραμμή ότι η επιστολική ψήφος αποτελεί πηγή νοθείας. Η αναφορά σε απόδειξη ιθαγένειας συνδέεται με τις συζητήσεις για το αν και πώς μη πολίτες θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εκλογικές διαδικασίες, θέμα που έχει επανειλημμένα χρησιμοποιηθεί στον δημόσιο διάλογο στις ΗΠΑ, συχνά με έντονη κομματική φόρτιση.
Η πολιτική στόχευση πίσω από τις καταγγελίες για το Μέριλαντ
Η αναφορά στις 500.000 «ψεύτικες» επιστολικές ψήφους στο Μέριλαντ εντάσσεται σε μια μακρά σειρά καταγγελιών περί εκλογικής νοθείας που ακολούθησαν τις εκλογές των τελευταίων ετών. Ανεξάρτητα από το κατά πόσο τεκμηριώνονται, οι καταγγελίες λειτουργούν πολιτικά ως μοχλός πίεσης για αλλαγές στους κανόνες ψηφοφορίας, ιδίως σε πολιτείες όπου η επιστολική ψήφος έχει αυξηθεί σημαντικά.
Για τον Τραμπ, η στοχοποίηση της επιστολικής ψήφου εξυπηρετεί διπλό στόχο: αφενός να συσπειρώσει τη βάση του γύρω από το αφήγημα ότι «το σύστημα είναι εναντίον τους», αφετέρου να ενισχύσει τις προσπάθειες περιορισμού των πιο ευέλικτων μορφών ψηφοφορίας, που σε ορισμένες πολιτείες έχουν συνδεθεί με υψηλότερη συμμετοχή κοινωνικών ομάδων λιγότερο ευνοϊκών προς τους Ρεπουμπλικανούς. Το Μέριλαντ, παραδοσιακά πολιτεία που κλίνει προς τους Δημοκρατικούς, λειτουργεί ως συμβολικό παράδειγμα σε αυτή τη στρατηγική.
Θεσμικές συνέπειες: εκλογική ασφάλεια ή απονομιμοποίηση;
Η επιμονή στην ψήφιση του SAVE Act και στις ρυθμίσεις για ταυτότητα ψηφοφόρων και απόδειξη ιθαγένειας εγείρει ένα βαθύτερο θεσμικό ερώτημα: ενισχύεται πράγματι η ασφάλεια των εκλογών ή διαμορφώνεται ένα κλίμα μόνιμης αμφισβήτησης των αποτελεσμάτων; Στις ΗΠΑ, οι διαμάχες για την πρόσβαση στην κάλπη και τους εκλογικούς κανόνες έχουν ιστορικά ταξικό και φυλετικό αποτύπωμα, καθώς αυστηρότεροι κανόνες συχνά δυσκολεύουν τη συμμετοχή χαμηλότερων εισοδηματικών ομάδων.
Παράλληλα, η επιλογή να «δένονται» ρυθμίσεις εκλογικής πολιτικής με άλλα κρίσιμα νομοσχέδια, όπως αυτά για τη στέγη ή τις εξουσίες των υπηρεσιών πληροφοριών (FISA), δημιουργεί κίνδυνο θεσμικής ομηρίας: κοινωνικές πολιτικές ή ζητήματα εθνικής ασφάλειας μπορεί να καθυστερήσουν ή να αλλοιωθούν επειδή γίνονται οχήματα για κομματικές συγκρούσεις πάνω στο εκλογικό σύστημα. Μακροπρόθεσμα, αυτό ενισχύει την εικόνα ενός Κογκρέσου που λειτουργεί μέσω συναλλαγών πακέτου, με μειωμένη διαφάνεια ως προς τις πραγματικές προτεραιότητες.
Εκλογική αξιοπιστία και επενδυτικό κλίμα στις ΗΠΑ
Για τις αγορές, η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα του εκλογικού συστήματος είναι κρίσιμος παράγοντας. Η συνεχής δημόσια συζήτηση περί νοθείας, χωρίς γρήγορη και πειστική θεσμική διευκρίνιση, μπορεί να μην προκαλεί άμεση χρηματιστηριακή αναταραχή, όμως διαβρώνει σταδιακά την αντίληψη για την ποιότητα διακυβέρνησης. Ειδικά για μια οικονομία όπως των ΗΠΑ, που λειτουργεί ως παγκόσμιο σημείο αναφοράς, η εικόνα μόνιμης αμφισβήτησης των εκλογικών αποτελεσμάτων προσθέτει έναν ακόμη παράγοντα πολιτικού κινδύνου.
Αν οι θεσμικές αλλαγές οδηγήσουν σε πιο πολύπλοκο ή περιοριστικό πλαίσιο συμμετοχής, ο κίνδυνος είναι να ενταθούν οι κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις, με έμμεσες επιπτώσεις σε δημοσιονομικές αποφάσεις, ρυθμιστικό περιβάλλον και μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό σχεδιασμό. Η συζήτηση για την εκλογική ασφάλεια δεν είναι λοιπόν μόνο πολιτική, αλλά και οικονομική, καθώς επηρεάζει το πώς αξιολογούν οι επενδυτές τη θεσμική ανθεκτικότητα των ΗΠΑ.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία και αγορά, η ένταση γύρω από τις εκλογικές διαδικασίες στις ΗΠΑ λειτουργεί κυρίως ως δείκτης πολιτικού ρίσκου στην υπερδύναμη που καθορίζει το διεθνές κόστος χρήματος και το γεωπολιτικό περιβάλλον. Εάν το αφήγημα μόνιμης αμφισβήτησης των εκλογών παγιωθεί, οι παγκόσμιες αγορές μπορεί να απαιτήσουν υψηλότερο «ασφάλιστρο κινδύνου» για αμερικανικά και διεθνή περιουσιακά στοιχεία, κάτι που θα επηρεάσει έμμεσα και το κόστος δανεισμού του ελληνικού Δημοσίου και των επιχειρήσεων. Για την Αθήνα, η ουσία δεν είναι μόνο ποιος κερδίζει στον Λευκό Οίκο, αλλά πόσο σταθερό και αποδεκτό θεωρείται το θεσμικό πλαίσιο μέσα στο οποίο λαμβάνονται οι αμερικανικές αποφάσεις που επηρεάζουν το ΝΑΤΟ, την Ανατολική Μεσόγειο και τις ροές κεφαλαίων προς τις αναδυόμενες και περιφερειακές αγορές.






