Η Τεχεράνη καταγγέλλει την Ουάσιγκτον ότι μετατρέπει τις απειλές σε «ευκαιρίες για ειρήνη», αμφισβητώντας τις προθέσεις του Λευκού Οίκου. Πίσω από τη ρητορική περί μαρτυρίου, διαμορφώνεται ένα επικίνδυνο μείγμα αποτροπής, εσωτερικής συσπείρωσης και περιφερειακής αβεβαιότητας.
Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα σε Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες εισέρχεται σε νέα φάση, με την Τεχεράνη να καταγγέλλει ότι η Ουάσιγκτον μετατρέπει τις στρατιωτικές απειλές σε υποτιθέμενες «ευκαιρίες για ειρήνη». Αφορμή αποτέλεσε η ανακοίνωση του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ ότι η Ουάσιγκτον «προσωρινά» παγώνει επίθεση κατά του Ιράν, αφήνοντας ωστόσο ανοικτό το ενδεχόμενο ενός «μαζικού πλήγματος» ανά πάσα στιγμή.
Τι λέει η Τεχεράνη και γιατί επιμένει στη γραμμή της σύγκρουσης
Ο αναπληρωτής υπουργός Εξωτερικών του Ιράν, Καζέμ Γκαριμπαμπαντί, κατηγόρησε τις ΗΠΑ ότι εργαλειοποιούν την απειλή χρήσης βίας για να εμφανιστούν ως δύναμη ειρήνης. Με ανάρτησή του στην πλατφόρμα X υποστήριξε ότι η Ουάσιγκτον μιλά για διαπραγμάτευση, ενώ ταυτόχρονα προβάλλει την ετοιμότητά της για «μαζική επίθεση».
Ο Ιρανός αξιωματούχος τόνισε πως η Τεχεράνη είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει κάθε στρατιωτική «επίθεση» και ότι η παράδοση «δεν έχει κανένα νόημα». Επικαλέστηκε μάλιστα λόγια μάρτυρα του πολέμου Ιράν–Ιράκ, λέγοντας: «Είμαστε ένα μεγάλο έθνος – χαράξτε το όνομά μας στην Ιστορία· από όλα τα χρώματα επιλέξαμε το κόκκινο και από όλους τους θανάτους επιλέξαμε το μαρτύριο».
Η χρήση της ρητορικής του μαρτυρίου δεν είναι τυχαία. Αποτελεί σταθερό ιδεολογικό υπόβαθρο του ιρανικού καθεστώτος, που λειτουργεί ως εργαλείο αποτροπής προς το εξωτερικό και ως μέσο συσπείρωσης στο εσωτερικό. Σε μια περίοδο οικονομικής πίεσης και κοινωνικής δυσφορίας, η ανάδειξη της «αντίστασης» έναντι των ΗΠΑ επιχειρεί να μετατοπίσει τη δημόσια συζήτηση από τις εσωτερικές αδυναμίες στις εξωτερικές απειλές.
Η αμερικανική τακτική της «προσωρινής παύσης» και το μήνυμα αποτροπής
Η αναφορά του Ντόναλντ Τραμπ σε «προσωρινή» παύση στρατιωτικής ενέργειας εντάσσεται σε μια γνωστή τακτική κλιμάκωσης–αποκλιμάκωσης, όπου η απειλή στρατιωτικής ισχύος συνδυάζεται με δημόσιες προσκλήσεις για διαπραγμάτευση. Στόχος είναι να διατηρείται η πίεση στην Τεχεράνη, χωρίς να κλείνει ο δίαυλος για μια συμφωνία υπό αμερικανικούς όρους.
Αυτή η στρατηγική έχει βραχυπρόθεσμο αποτέλεσμα ενίσχυσης της αποτροπής, αλλά μακροπρόθεσμα παράγει μια μόνιμη ζώνη αστάθειας στον Περσικό Κόλπο. Οι αγορές ενέργειας, οι ασφαλιστικές εταιρείες, η ναυτιλία και οι επενδυτές λειτουργούν πλέον με την υπόθεση ότι η απειλή στρατιωτικού επεισοδίου είναι διαρκής, ακόμη κι αν δεν εκδηλώνεται ανοιχτή σύγκρουση.
Για την Ουάσιγκτον, η διατήρηση της στρατιωτικής πίεσης συνδέεται με τον ευρύτερο στόχο περιορισμού της ιρανικής επιρροής στη Μέση Ανατολή – από τον Λίβανο και τη Συρία μέχρι την Υεμένη. Για την Τεχεράνη, η σκληρή στάση αποτελεί μέσο διατήρησης της εικόνας περιφερειακής δύναμης και αποτροπής ενός σεναρίου αλλαγής καθεστώτος.
Περιφερειακό ρίσκο: από τη ρητορική στο ενδεχόμενο ατυχήματος
Η κλιμάκωση της ρητορικής αυξάνει τον κίνδυνο «ατυχήματος» στη Μέση Ανατολή, είτε μέσω στοχευμένων πληγμάτων από πληρεξούσιες δυνάμεις είτε μέσω επεισοδίων στη ναυσιπλοΐα. Κάθε τέτοιο περιστατικό μπορεί να λειτουργήσει ως σπινθήρας ευρύτερης ανάφλεξης, ακόμη και αν καμία πλευρά δεν επιδιώκει πλήρη πόλεμο.
Για τα κράτη της περιοχής, η αβεβαιότητα αυτή σημαίνει ανάγκη για ακριβότερες αμυντικές δαπάνες, αυξημένο κόστος ασφάλειας υποδομών και μεγαλύτερη εξάρτηση από εξωτερικές δυνάμεις. Σε βάθος χρόνου, αυτό διαβρώνει δημοσιονομικούς πόρους που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε ανάπτυξη, υποδομές και κοινωνικές πολιτικές.
Παράλληλα, η διαρκής ένταση τροφοδοτεί την εσωτερική πολιτική πόλωση σε πολλές χώρες της Μέσης Ανατολής, με τις κυβερνήσεις να επικαλούνται την «εξωτερική απειλή» για να περιορίσουν μεταρρυθμίσεις ή να αναβάλουν δύσκολες αποφάσεις σε οικονομικό επίπεδο.
Μακροπρόθεσμες θεσμικές συνέπειες για το διεθνές σύστημα
Η σύγκρουση ΗΠΑ–Ιράν δεν είναι μόνο ενεργειακή ή γεωπολιτική· είναι και θεσμική. Η επαναλαμβανόμενη χρήση μονομερών κυρώσεων, η αποδυνάμωση των πολυμερών συμφωνιών και η υποκατάσταση της διπλωματίας από την «διαπραγμάτευση υπό την απειλή βίας» διαμορφώνουν ένα νέο, πιο ασταθές διεθνές περιβάλλον.
Για μεσαίες και μικρές χώρες, το μήνυμα είναι σαφές: η αξία των διεθνών κανόνων μειώνεται όταν συγκρούονται με τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων. Αυτό ενθαρρύνει έναν πιο συναλλακτικό, βραχυπρόθεσμο τρόπο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, όπου η θεσμική δέσμευση υποχωρεί έναντι της άμεσης ισχύος.
Σε βάθος χρόνου, η τάση αυτή μπορεί να οδηγήσει σε πολλαπλασιασμό περιφερειακών κρίσεων, καθώς όλο και περισσότερα κράτη θα επενδύουν σε αποτρεπτικές δυνατότητες (συμβατικές ή μη), αντί σε μηχανισμούς περιφερειακής ασφάλειας και συνεργασίας.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η ένταση ΗΠΑ–Ιράν μεταφράζεται κυρίως σε τρεις γραμμές κινδύνου: τιμές ενέργειας, ναυτιλιακό ρίσκο και επενδυτική αβεβαιότητα. Κάθε νέο επεισόδιο στον Περσικό Κόλπο τείνει να ενισχύει τη μεταβλητότητα στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, επηρεάζοντας το ενεργειακό κόστος των ελληνικών επιχειρήσεων και τα δημοσιονομικά περιθώρια για επιδοτήσεις. Η ελληνόκτητη ναυτιλία, με ισχυρή παρουσία σε δεξαμενόπλοια και μεταφορά υδρογονανθράκων, εκτίθεται σε υψηλότερο κόστος ασφάλισης και λειτουργίας, αλλά και σε πρόσκαιρες ευκαιρίες ναύλων – ένα διττό περιβάλλον που απαιτεί προσεκτική διαχείριση ρίσκου. Τέλος, η μακροπρόθεσμη θεσμική αποσταθεροποίηση αυξάνει το «ασφάλιστρο κινδύνου» για επενδύσεις σε όλη τη Μεσόγειο. Για την Ελλάδα, αυτό καθιστά ακόμη πιο κρίσιμη τη συνέπεια στην οικονομική πολιτική, τη σταθερότητα του ρυθμιστικού πλαισίου και την επιτάχυνση της ενεργειακής διαφοροποίησης, ώστε να παραμείνει ελκυστικός και προβλέψιμος επενδυτικός προορισμός σε ένα ολοένα πιο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.






