Η απόφαση της ΕΕ να στοχοποιήσει Ισραηλινούς εποίκους στη Δυτική Όχθη προκαλεί μετωπική σύγκρουση με την κυβέρνηση Νετανιάχου. Ο Γκιδεόν Σααρ μιλά για «πολιτική» και «αυθαίρετη» κίνηση, προαναγγέλλοντας δύσκολη συνέχεια στις ευρωϊσραηλινές σχέσεις.
Η κίνηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιβάλει κυρώσεις σε Ισραηλινούς εξτρεμιστές εποίκους στη Δυτική Όχθη ανοίγει ένα νέο, θεσμικό μέτωπο με την κυβέρνηση του Μπενιαμίν Νετανιάχου. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκιδεόν Σααρ αντέδρασε με ιδιαίτερα σκληρή γλώσσα, κατηγορώντας τις Βρυξέλλες ότι τιμωρούν Ισραηλινούς πολίτες «εξαιτίας των πολιτικών τους απόψεων».
Τι ακριβώς καταγγέλλει ο Γκιδεόν Σααρ
Σε ανάρτησή του στην πλατφόρμα Χ, ο Σααρ υποστήριξε ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση «επέλεξε, με αυθαίρετο και πολιτικό τρόπο, να επιβάλει κυρώσεις σε Ισραηλινούς πολίτες και οντότητες εξαιτίας των πολιτικών τους απόψεων και χωρίς καμία βάση». Με τον τρόπο αυτό, μετατρέπει μια στοχευμένη απόφαση κατά εξτρεμιστικών ενεργειών σε ζήτημα πολιτικών ελευθεριών και κυριαρχίας.
Ο Ισραηλινός υπουργός κατηγόρησε επιπλέον την ΕΕ ότι εξισώνει «Ισραηλινούς πολίτες με τρομοκράτες της Χαμάς», προειδοποιώντας πως οι κυρώσεις δεν θα επιτύχουν τον στόχο τους. Κατέληξε με τη διαβεβαίωση ότι «το Ισραήλ στάθηκε, στέκεται και θα συνεχίσει να στέκεται υπέρ του δικαιώματος των Εβραίων να εγκαθίστανται στην καρδιά της πατρίδας μας», επαναβεβαιώνοντας την παραδοσιακή γραμμή της δεξιάς πτέρυγας για τους οικισμούς.
Η ευρωπαϊκή στρατηγική: από τις δηλώσεις στις στοχευμένες κυρώσεις
Για τις Βρυξέλλες, η απόφαση εντάσσεται σε μια ευρύτερη μετατόπιση: από τις γενικές εκκλήσεις για αυτοσυγκράτηση στη Δυτική Όχθη σε συγκεκριμένα, στοχευμένα μέτρα κατά προσώπων και δομών που θεωρούνται υπεύθυνα για βία κατά Παλαιστινίων. Οι κυρώσεις –συνήθως πάγωμα περιουσιακών στοιχείων και περιορισμοί μετακίνησης– επιχειρούν να στείλουν μήνυμα ότι η ΕΕ δεν αποδέχεται την ατιμωρησία, χωρίς να σπάει τους βασικούς διαύλους συνεργασίας με το Ισραήλ.
Θεσμικά, η επιλογή αυτή λειτουργεί ως δοκιμασία για την αξιοπιστία της ίδιας της ευρωπαϊκής εξωτερικής πολιτικής. Αν η Ένωση δηλώνει ότι δεσμεύεται από το διεθνές δίκαιο και τα ανθρώπινα δικαιώματα, η μη αντίδραση σε βίαιες πρακτικές στη Δυτική Όχθη θα υπονόμευε την αξιοπιστία της σε άλλες κρίσεις – από την Ουκρανία μέχρι την Αφρική. Έτσι, οι κυρώσεις στους εποίκους αποκτούν βαρύτητα πολύ πέρα από το μεσανατολικό πλαίσιο.
Ρήγμα στις ευρωϊσραηλινές σχέσεις ή διαπραγματευτικός μοχλός;
Η σκληρή ρητορική του Σααρ δείχνει ότι η ισραηλινή κυβέρνηση αντιμετωπίζει τις κυρώσεις όχι ως τεχνικό μέτρο, αλλά ως πολιτική αμφισβήτηση της νομιμότητας της εποικιστικής πολιτικής. Στο εσωτερικό, η σύγκρουση με την ΕΕ μπορεί να λειτουργήσει συσπειρωτικά για τις δεξιές και θρησκευτικές δυνάμεις που θεωρούν τη Δυτική Όχθη αναπόσπαστο τμήμα της ιστορικής πατρίδας.
Για την ΕΕ, ωστόσο, οι κυρώσεις μπορούν να αποτελέσουν διαπραγματευτικό μοχλό. Η κλιμάκωση ή η χαλάρωσή τους στο μέλλον θα συνδεθεί με τη στάση του Ισραήλ στη Δυτική Όχθη, την έκταση της βίας από εποίκους και την προθυμία της κυβέρνησης να επιβάλει το κράτος δικαίου. Το διακύβευμα είναι αν οι Βρυξέλλες θα μπορέσουν να διατηρήσουν ταυτόχρονα την ασφάλεια των σχέσεων με ένα στρατηγικό εταίρο και την αξιοπιστία των θεσμικών τους αρχών.
Μακροπρόθεσμες συνέπειες για την περιοχή
Σε περιφερειακό επίπεδο, η στοχοποίηση εξτρεμιστικών ομάδων εποίκων μπορεί να λειτουργήσει ως μήνυμα προς τις αραβικές χώρες ότι η ΕΕ επιχειρεί πιο ισορροπημένη προσέγγιση, ακόμη και αν παραμένει στενός εταίρος του Ισραήλ. Αυτό έχει σημασία σε μια συγκυρία όπου οι συμφωνίες εξομάλυνσης Ισραήλ–αραβικών κρατών βρίσκονται υπό πίεση από την κλιμάκωση της βίας.
Ωστόσο, αν η ισραηλινή κυβέρνηση επιλέξει να αντιδράσει με περαιτέρω επέκταση των οικισμών ή περιορισμό της συνεργασίας με ευρωπαϊκούς θεσμούς, ο κίνδυνος είναι να παγιωθεί ένα νέο επίπεδο έντασης. Αυτό θα περιπλέξει κάθε μελλοντική διαπραγμάτευση για πολιτική λύση και θα εδραιώσει μια πραγματικότητα «δύο ταχυτήτων δικαίου» στη Δυτική Όχθη, με σοβαρές συνέπειες για τη σταθερότητα.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία και αγορά, η σύγκρουση ΕΕ–Ισραήλ γύρω από τις κυρώσεις έχει έμμεσες αλλά υπαρκτές προεκτάσεις. Πρώτον, ενισχύει τον ρόλο της Αθήνας ως γέφυρας μεταξύ Ισραήλ και Βρυξελλών, σε μια περίοδο που η ενεργειακή συνεργασία (αγωγοί, ηλεκτρικές διασυνδέσεις, έρευνες υδρογονανθράκων) βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή. Δεύτερον, κάθε επιδείνωση των σχέσεων μπορεί να επηρεάσει μελλοντικές χρηματοδοτήσεις, κοινά ερευνητικά προγράμματα και αμυντικές συμπράξεις όπου συμμετέχουν και ελληνικές επιχειρήσεις. Η Ελλάδα έχει συμφέρον να υποστηρίξει μια γραμμή που συνδυάζει τον σεβασμό του διεθνούς δικαίου με τη διατήρηση λειτουργικών διαύλων συνεργασίας, αξιοποιώντας την εικόνα της ως αξιόπιστου, σταθερού εταίρου στην Ανατολική Μεσόγειο.






