Η εκρηκτική άνοδος των μηδενικών τιμών ρεύματος φέρνει χιλιάδες μικρά φωτοβολταϊκά στο όριο της αφερεγγυότητας. Το ΥΠΕΝ ζητά από την Κομισιόν τριπλή παρέμβαση για να αποφευχθεί νέα γενιά κόκκινων δανείων στον ενεργειακό τομέα.
Η ελληνική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας βρίσκεται αντιμέτωπη με την πρώτη συστημική δοκιμασία της πράσινης μετάβασης. Η ταχεία διείσδυση φωτοβολταϊκών χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση υποδομών και εργαλείων διαχείρισης κινδύνου έχει οδηγήσει σε εκτεταμένες περιόδους μηδενικών και αρνητικών τιμών, συμπιέζοντας δραματικά τα έσοδα χιλιάδων μικρών παραγωγών. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας επιχειρεί τώρα, μέσω επιστολής προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, να εξασφαλίσει ένα πακέτο τριών στοχευμένων παρεμβάσεων, προκειμένου να αποτραπεί μια νέα συσσωρευμένη κρίση δανεισμού, αυτή τη φορά στον πυρήνα της ενεργειακής μετάβασης.
Πώς η υπερπαραγωγή ηλιακής ενέργειας γύρισε το μοντέλο ανάποδα
Η ελληνική αγορά χονδρικής ηλεκτρισμού καταγράφει πλέον συστηματικά πολύωρα διαστήματα μηδενικών ή αρνητικών τιμών, ιδίως τις μεσημβρινές ώρες υψηλής ηλιοφάνειας. Η ανάπτυξη φωτοβολταϊκών πάρκων επιταχύνθηκε την περίοδο 2022-2023, όταν το κόστος κεφαλαίου ήταν αυξημένο και οι επενδυτές βασίστηκαν σε σενάρια τιμών που σήμερα δεν ισχύουν. Παρά τις συμβάσεις λειτουργικής ενίσχυσης (ΣΕΔΠ) και τα καθεστώτα εγγυημένων τιμών, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει ότι όταν η τιμή χονδρικής παραμένει στο μηδέν για πάνω από δύο συνεχόμενες ώρες, οι παραγωγοί δεν αποζημιώνονται.
Τα δεδομένα δείχνουν ότι το φαινόμενο δεν είναι συγκυριακό αλλά δομικό. Σύμφωνα με στοιχεία της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, η ενέργεια που παρήχθη αλλά απορρίφθηκε από το σύστημα το πρώτο τετράμηνο του έτους ανήλθε σε περίπου 876,5 GWh, σχεδόν 50% υψηλότερα σε σχέση με πέρυσι. Την ίδια στιγμή, οι ώρες με μηδενικές ή αρνητικές τιμές στο πρώτο τρίμηνο εκτοξεύθηκαν σε 239,5, από μόλις 13 την αντίστοιχη περίοδο του 2025, σύμφωνα με ανάλυση του Green Tank. Πρόκειται για μια απότομη μεταβολή των συνθηκών αγοράς, την οποία οι μικρομεσαίοι παραγωγοί δεν είχαν τη δυνατότητα να αντισταθμίσουν, καθώς δεν διαθέτουν πρόσβαση σε εξελιγμένα εργαλεία διαχείρισης κινδύνου.
Οι τρεις παρεμβάσεις που ζητά η Αθήνα από την Κομισιόν
Στο επίκεντρο της πρόσφατης σύσκεψης του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου με την Πανελλήνια Ομοσπονδία Συλλόγων Παραγωγών Ηλεκτρικής Ενέργειας από Φωτοβολταϊκά τέθηκαν τρία μέτρα, τα οποία το ΥΠΕΝ προωθεί προς έγκριση στις Βρυξέλλες ως στοχευμένη κρατική ενίσχυση.
Πρώτον, προτείνεται η αποζημίωση των παραγωγών σε περιόδους μηδενικών τιμών χονδρικής, τουλάχιστον όταν αυτές υπερβαίνουν ένα ελάχιστο χρονικό όριο. Σήμερα, όταν η τιμή παραμένει μηδενική για πάνω από δύο ώρες, η παραγωγή δεν αμείβεται, με αποτέλεσμα σε ημέρες υψηλής ηλιοφάνειας να καταγράφονται απώλειες εσόδων για 4, 5 ή και 6 συνεχόμενες ώρες. Η αλλαγή αυτού του κανόνα θα λειτουργούσε ως δίχτυ ασφαλείας για τα πιο ευάλωτα έργα.
Δεύτερον, το υπουργείο εισηγείται παράταση κατά πέντε έτη των συμβάσεων ΣΕΔΠ. Μια τέτοια επέκταση θα έδινε στους παραγωγούς περιθώριο να επαναδιαπραγματευτούν με τις τράπεζες τη διάρκεια αποπληρωμής των δανείων, μειώνοντας τις ετήσιες δόσεις και εξομαλύνοντας τις ταμειακές ροές. Ωστόσο, πρόκειται για μέτρο με σαφείς δημοσιονομικές και ανταγωνιστικές προεκτάσεις, καθώς θα μπορούσε να θεωρηθεί έμμεση ενίσχυση συγκεκριμένης κατηγορίας επενδύσεων. Γι’ αυτό και εκτιμάται ότι θα είναι το πιο δύσκολο να λάβει έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στο πλαίσιο των κανόνων κρατικών ενισχύσεων.
Τρίτον, εξετάζεται μια μεταβατική προσαύξηση της ταρίφας, της τιμής δηλαδή με την οποία αποζημιώνεται κάθε κιλοβατώρα που εγχέεται στο σύστημα, της τάξης του 10%-20%. Στόχος είναι να αντισταθμιστεί μέρος των απωλειών από τις περικοπές και τις μηδενικές τιμές, χωρίς να μετατραπεί η παρέμβαση σε μόνιμο μηχανισμό στήριξης. Ο κλάδος προτείνει η προσαύξηση αυτή να συμψηφιστεί μελλοντικά με την εμπροσθοβαρή ενίσχυση, ώστε η συνολική επιβάρυνση για τον Ειδικό Λογαριασμό ΑΠΕ να παραμείνει ελεγχόμενη.
Ο κίνδυνος νέας γενιάς κόκκινων δανείων στην ενέργεια
Πίσω από τη συζήτηση για τα τρία μέτρα κρύβεται ένας πολύ πιο συστημικός φόβος: η δημιουργία μιας νέας δεξαμενής μη εξυπηρετούμενων δανείων, αυτή τη φορά σε έργα ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Τραπεζικές πηγές αναφέρουν ότι ήδη πολλοί ιδιοκτήτες φωτοβολταϊκών με καθεστώς εγγυημένων τιμών έχουν ξεκινήσει επαφές για επιμήκυνση δανείων και αναδιάρθρωση όρων, σε μια προσπάθεια να αποφύγουν καθυστερήσεις πληρωμών.
Μελέτη του καθηγητή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παντελή Μπίσκα, που εκπονήθηκε για λογαριασμό του κλάδου, εκτιμά ότι η απώλεια εσόδων για φωτοβολταϊκά με ΣΕΔΠ λόγω μηδενικών τιμών μπορεί να φτάσει το 42%-43% το 2026, με ανοδική τάση τα επόμενα χρόνια. Για το 2027 υπολογίζεται στο 49%-50%, ενώ για το διάστημα 2026-2031 ο μέσος όρος τοποθετείται γύρω στο 41%-42%. Σύμφωνα με την ΠΟΣΠΗΕΦ, στο πρώτο εικοσαήμερο του Απριλίου οι απώλειες εσόδων άγγιξαν ακόμη και το 62%.
Η εικόνα αυτή δημιουργεί έναν μηχανισμό συμπίεσης αξιών: έργα που χρηματοδοτήθηκαν με υψηλό δανεισμό και αισιόδοξες προβλέψεις απόδοσης κινδυνεύουν να βρεθούν σε αδυναμία εξυπηρέτησης. Αν δεν υπάρξει έγκαιρη λύση, μέρος αυτών των έργων ενδέχεται να περάσει στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών, οι οποίες δεν επιθυμούν να βρεθούν ξανά με μεγάλης κλίμακας εξασφαλίσεις σε κλάδο με αυξημένη μεταβλητότητα. Σε δεύτερο χρόνο, αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε νέο κύμα συγκέντρωσης της αγοράς ΑΠΕ, με μικρούς παίκτες να αναγκάζονται να πουλήσουν σε χαμηλές αποτιμήσεις προς όφελος μεγαλύτερων ομίλων.
Θεσμικά κενά και ευρωπαϊκό πλαίσιο κρατικών ενισχύσεων
Η κρίση στα μικρά φωτοβολταϊκά αναδεικνύει ένα ευρύτερο θεσμικό ζήτημα: η πράσινη μετάβαση σχεδιάστηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο με έμφαση στην ταχεία ανάπτυξη ισχύος από ΑΠΕ, αλλά λιγότερο στην ανθεκτικότητα των επενδυτικών μοντέλων μικρής κλίμακας. Οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπουν στοχευμένη στήριξη, αλλά απαιτούν τεκμηρίωση ότι δεν νοθεύεται ο ανταγωνισμός και ότι το κόστος για τους καταναλωτές και τους δημόσιους πόρους παραμένει υπό έλεγχο.
Στην πράξη, η ελληνική πρόταση θα κριθεί σε ένα περιβάλλον όπου η Κομισιόν επιδιώκει να διατηρήσει τη δημοσιονομική πειθαρχία, ενώ παράλληλα ενθαρρύνει τις επενδύσεις σε ΑΠΕ ως βασικό εργαλείο για την επίτευξη των κλιματικών στόχων. Η πρόκληση για την Αθήνα είναι να αποδείξει ότι τα μέτρα δεν αποτελούν απλή διάσωση κακοσχεδιασμένων επενδύσεων, αλλά αναγκαία προσαρμογή ενός πλαισίου που δεν είχε προβλέψει την έκταση των περικοπών και των μηδενικών τιμών.
Παράλληλα, η συζήτηση φέρνει στο προσκήνιο την ανάγκη για επιτάχυνση των επενδύσεων σε αποθήκευση ενέργειας και ευφυή δίκτυα, που θα μειώσουν τις απορρίψεις παραγωγής και θα σταθεροποιήσουν τα έσοδα των παραγωγών. Χωρίς αυτές τις υποδομές, κάθε νέα εγκατάσταση φωτοβολταϊκών επιβαρύνει ένα ήδη κορεσμένο σύστημα, αυξάνοντας τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης όχι μόνο για τους μικρούς επενδυτές αλλά και για τη συνολική αγορά.
Τι σημαίνει για την αγορά και τους επενδυτές ΑΠΕ
Για τους υφιστάμενους μικρομεσαίους παραγωγούς, η έκβαση της διαπραγμάτευσης με την Κομισιόν θα καθορίσει αν θα υπάρξει ένα οργανωμένο πλαίσιο ανάσχεσης του κινδύνου ή αν η προσαρμογή θα γίνει μεμονωμένα, μέσω διμερών συμφωνιών με τράπεζες και αγοραπωλησιών έργων σε πιεσμένες αξίες. Για τις τράπεζες, το διακύβευμα είναι να προλάβουν τη δημιουργία μιας νέας κατηγορίας προβληματικών ανοιγμάτων που θα απαιτούσαν πρόσθετες προβλέψεις και ενεργητική διαχείριση.
Για τους μεγαλύτερους ενεργειακούς ομίλους, η συγκυρία μπορεί να εξελιχθεί σε ευκαιρία εξαγορών ώριμων αλλά πιεσμένων έργων, εφόσον η ρυθμιστική αβεβαιότητα περιοριστεί. Ταυτόχρονα, η εικόνα στέλνει μήνυμα σε νέους επενδυτές ότι η συμμετοχή στην αγορά ΑΠΕ δεν είναι πλέον υπόθεση απλής εγκατάστασης ισχύος, αλλά απαιτεί ολοκληρωμένη στρατηγική διαχείρισης κινδύνου αγοράς, πρόσβαση σε αποθήκευση και ικανότητα διαπραγμάτευσης σε πολύ πιο σύνθετο ρυθμιστικό περιβάλλον.
Σχόλιο
: Η υπόθεση των μικρών φωτοβολταϊκών λειτουργεί ως stress test για την ελληνική ενεργειακή πολιτική και το τραπεζικό σύστημα. Αν η στήριξη περιοριστεί σε αποσπασματικές λύσεις, ο κλάδος θα οδηγηθεί σε βίαιη αναδιάρθρωση με αύξηση της συγκέντρωσης και απώλεια κεφαλαίου από χιλιάδες μικρούς επενδυτές. Αντιθέτως, ένα συνεκτικό πλαίσιο που θα συνδέει προσωρινή στήριξη με δεσμεύσεις για επενδύσεις σε αποθήκευση και εξορθολογισμό του ρυθμιστικού πλαισίου μπορεί να σταθεροποιήσει την αγορά και να μειώσει τον κίνδυνο νέων κόκκινων δανείων. Για την ελληνική οικονομία, το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα καταφέρει να διατηρήσει την κοινωνική και επενδυτική βάση της πράσινης μετάβασης, χωρίς να μετατρέψει την επιτυχία της γρήγορης διείσδυσης ΑΠΕ σε νέα πηγή χρηματοπιστωτικής αστάθειας.






