Οι δημοπρασίες τέχνης δίνουν την εντύπωση μιας ανοιχτής αγοράς όπου οι τιμές διαμορφώνονται ζωντανά, μπροστά σε όλους, μέσα από τον ανταγωνισμό των αγοραστών. Η εικόνα είναι καθαρή, σχεδόν θεατρική: ένα έργο ανεβαίνει, οι προσφορές διαδέχονται η μία την άλλη και τελικά η τιμή “αποφασίζεται” εκείνη τη στιγμή.
Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς έχει ήδη γίνει πριν καν ξεκινήσει η δημοπρασία.
Η τιμή ενός έργου δεν ξεκινά από το μηδέν. Ξεκινά από μια εκτίμηση που βασίζεται σε προηγούμενες πωλήσεις, στη θέση του καλλιτέχνη στην αγορά και κυρίως στη ζήτηση που έχει ήδη δημιουργηθεί γύρω από το συγκεκριμένο κομμάτι. Αυτή η ζήτηση δεν είναι τυχαία. Χτίζεται μέσα από εκθέσεις, ιδιωτικές παρουσιάσεις, συζητήσεις με συλλέκτες και επιλεκτική προβολή.
Οι μεγάλοι οίκοι όπως η Sotheby’s και η Christie’s δεν περιμένουν απλώς το κοινό να αποφασίσει. Διαμορφώνουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο θα ληφθεί η απόφαση. Επιλέγουν ποια έργα θα εμφανιστούν, πότε, σε ποιο context και με ποια αφήγηση.
Η δημοπρασία είναι το τελικό στάδιο. Όχι η αρχή.
Πριν φτάσει ένα έργο εκεί, έχει ήδη περάσει από ένα δίκτυο αξιολόγησης και επιλογής. Έχει “δουλευτεί” από galleries, advisors και τον ίδιο τον οίκο. Έχει παρουσιαστεί σε συγκεκριμένους αγοραστές. Έχει δημιουργηθεί ενδιαφέρον.
Με άλλα λόγια, η τιμή δεν προκύπτει απλώς από τον ανταγωνισμό.
Προκύπτει από προετοιμασία.
Αυτό δεν σημαίνει ότι το αποτέλεσμα είναι πλήρως ελεγχόμενο. Υπάρχουν στιγμές όπου η αγορά ξεφεύγει, όπου οι προσφορές ανεβαίνουν πέρα από κάθε εκτίμηση ή όπου ένα έργο μένει απούλητο. Αυτές οι στιγμές όμως είναι η εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
Στις περισσότερες περιπτώσεις, η δημοπρασία επιβεβαιώνει μια αξία που έχει ήδη διαμορφωθεί.
Και αυτό αλλάζει τον τρόπο που πρέπει να τη βλέπει κανείς.
Ο θεατής βλέπει την τιμή.
Ο ενημερωμένος βλέπει τη διαδικασία που την δημιούργησε.
SBC Σχόλιο
Οι δημοπρασίες δεν είναι “καθρέφτης” της αγοράς. Είναι μηχανισμός της. Όποιος καταλαβαίνει τι συμβαίνει πριν από το σφυρί, καταλαβαίνει και την πραγματική αξία.







