Η φερόμενη συνάντηση του επικεφαλής της Σιν Μπετ με τον Μοχάμεντ Νταχλάν στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επαναφέρει στο προσκήνιο τα σενάρια για τη «μετά Χαμάς» διακυβέρνηση της Γάζας. Πίσω από τη σιωπηρή διπλωματία διαμορφώνεται σταδιακά νέο θεσμικό τοπίο ασφάλειας στην περιοχή.
Η πληροφορία ότι ο διευθυντής της ισραηλινής υπηρεσίας εσωτερικής ασφάλειας Σιν Μπετ, Νταβίντ Ζίνι, συναντήθηκε πρόσφατα στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα με τον Παλαιστίνιο αξιωματούχο Μοχάμεντ Νταχλάν, προσθέτει ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ της σιωπηρής αναδιάταξης ισχύος στη Μέση Ανατολή. Η χρονική συγκυρία, εν μέσω παρατεταμένης σύγκρουσης στη Γάζα και στρατιωτικής κλιμάκωσης με το Ιράν, καθιστά τη συνάντηση πολιτικά και θεσμικά βαρύνουσα.
Ποιος είναι ο Νταχλάν και γιατί ενδιαφέρει ξανά το Ισραήλ
Ο Μοχάμεντ Νταχλάν δεν είναι ένας τυπικός αξιωματούχος της Παλαιστινιακής Αρχής. Ως πρώην υπουργός Κρατικής Ασφάλειας και μετέπειτα υπουργός Πολιτικών Υποθέσεων τη δεκαετία του 2000, υπήρξε κεντρικό πρόσωπο στην αρχιτεκτονική ασφαλείας της Φατάχ στη Γάζα πριν από την ανάληψη του ελέγχου από τη Χαμάς. Τα τελευταία χρόνια διατηρεί στενές σχέσεις με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, τα οποία λειτουργούν ως πλατφόρμα για τις πολιτικές του κινήσεις.
Δημοσίευμα μεγάλης αμερικανικής εφημερίδας το 2024 είχε ήδη αναφέρει ότι Ισραηλινοί αξιωματούχοι έβλεπαν τον Νταχλάν ως πιθανό παράγοντα σε σχήμα διακυβέρνησης της Γάζας μετά τη σύγκρουση με τη Χαμάς. Η φερόμενη συνάντηση στα ΗΑΕ ενισχύει την εικόνα ότι η συζήτηση για το «ποιος θα κυβερνήσει την επόμενη ημέρα» δεν γίνεται πλέον μόνο σε επίπεδο δηλώσεων, αλλά και σε επίπεδο επιχειρησιακών επαφών υπηρεσιών ασφαλείας.
Ο ρόλος των ΗΑΕ και η αθέατη διπλωματία ασφάλειας
Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν αναδειχθεί τα τελευταία χρόνια σε κόμβο μεσολάβησης μεταξύ Ισραήλ και διαφόρων αραβικών και παλαιστινιακών παραγόντων, στο πλαίσιο και των Συμφωνιών του Αβραάμ. Η φιλοξενία μιας τέτοιας συνάντησης εδραιώνει τον ρόλο τους ως κράτους που συνδέει την περιφερειακή ασφάλεια με την οικονομική διπλωματία, από την ενέργεια έως τις επενδύσεις υποδομών.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο επαφών: νωρίτερα τον Μάιο, Ισραηλινοί αξιωματούχοι πληροφορήθηκε ότι ταξίδεψαν στη Ντόχα, μεταξύ αυτών ο επικεφαλής της Μοσάντ, Νταβίντ Μπαρνέα, και ο ίδιος ο Ζίνι, για συντονισμό με φόντο την στρατιωτική επιχείρηση κατά του Ιράν. Το γεγονός ότι πυκνώνουν οι διαδρομές Τελ Αβίβ – Ντόχα – Άμπου Ντάμπι καταδεικνύει πως το μέτωπο της ασφάλειας διασταυρώνεται πια με το μέτωπο της περιφερειακής διακυβέρνησης.
Η ισορροπία Ισραήλ – Παλαιστινιακής Αρχής και η σκιά της Γάζας
Η συνάντηση με τον Νταχλάν αγγίζει άμεσα το εσωτερικό παλαιστινιακό πεδίο. Η Παλαιστινιακή Αρχή, με έδρα τη Ραμάλα, βρίσκεται εδώ και χρόνια σε θεσμική στασιμότητα, με περιορισμένη νομιμοποίηση και έντονες εσωτερικές τριβές για τη διαδοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, κάθε επαφή υψηλού επιπέδου με πρώην ισχυρούς άνδρες της Φατάχ εκλαμβάνεται ως διερεύνηση εναλλακτικών κέντρων εξουσίας.
Για το Ισραήλ, η συζήτηση για τη «μετά Χαμάς» Γάζα δεν είναι μόνο ζήτημα ασφάλειας, αλλά και θεσμικού πλαισίου: ποιος θα ελέγχει την αστυνομία, τα σύνορα, τις ροές βοήθειας, τις βασικές υποδομές. Μια μορφή όπως ο Νταχλάν, με παλαιότερη εμπειρία ασφαλείας και διασυνδέσεις στον αραβικό κόσμο, μπορεί να θεωρείται λειτουργικός συνομιλητής, ακόμη κι αν παραμένει αμφιλεγόμενος εντός του παλαιστινιακού πολιτικού συστήματος.
Από τη Γάζα στο Ιράν: η διασύνδεση των μετώπων
Οι πρόσφατες αναφορές για τουλάχιστον δύο επισκέψεις ανώτατων Ισραηλινών αξιωματούχων πληροφοριών στην Ντόχα, μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης ΗΠΑ – Ισραήλ κατά ιρανικών στόχων, δείχνουν ότι το ζήτημα της Γάζας δεν αντιμετωπίζεται αποκομμένα. Η Τεχεράνη, μέσω των δικτύων επιρροής της, από τη Χεζμπολάχ μέχρι τις παλαιστινιακές οργανώσεις, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στον σχεδιασμό ασφαλείας του Ισραήλ.
Επομένως, η αναζήτηση παλαιστινιακών συνομιλητών που δεν εντάσσονται στην τροχιά της Χαμάς ή του Ιράν εντάσσεται σε μια στρατηγική μείωσης της ιρανικής επιρροής. Αυτό εξηγεί γιατί τα κανάλια συντονισμού περνούν από κράτη όπως το Κατάρ και τα ΗΑΕ, τα οποία διατηρούν ταυτόχρονα σχέσεις με την Ουάσιγκτον, το Τελ Αβίβ και διάφορους παίκτες του παλαιστινιακού φάσματος.
Μακροπρόθεσμες θεσμικές συνέπειες για την περιοχή
Σε βάθος χρόνου, τέτοιου τύπου μυστικές επαφές μπορούν να οδηγήσουν σε μια άτυπη «περιφερειακή αρχιτεκτονική ασφάλειας», όπου οι υπηρεσίες πληροφοριών και όχι τα κοινοβούλια θα διαμορφώνουν τα κρίσιμα πλαίσια. Αυτό ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας μιας πραγματικότητας επί του πεδίου η οποία προηγείται και ενίοτε υποκαθιστά τις πολιτικές διαδικασίες και τη λογοδοσία.
Ταυτόχρονα, για τις αραβικές χώρες του Κόλπου, ο ρόλος του διαμεσολαβητή συνδέεται με επιδιώξεις οικονομικής αναβάθμισης: ενεργειακές συμφωνίες, επενδύσεις σε λιμάνια και logistics, ρόλος σε ανοικοδόμηση της Γάζας όταν υπάρξουν οι συνθήκες. Η ασφάλεια μετατρέπεται έτσι σε πύλη για οικονομική επιρροή, με άμεσο ενδιαφέρον για τις παγκόσμιες αγορές ενέργειας και υποδομών.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η εδραίωση ενός πιο οργανωμένου –έστω και άτυπου– πλαισίου ασφάλειας στη Μέση Ανατολή έχει διττή σημασία. Από τη μία, μειώνει τον κίνδυνο αιφνίδιων διαταραχών στις θαλάσσιες οδούς και στις ροές ενέργειας, στοιχείο κρίσιμο για τα ελληνικά ναυτιλιακά συμφέροντα και το κόστος καυσίμων. Από την άλλη, η ανάδειξη των ΗΑΕ και του Κατάρ σε κεντρικούς διαμεσολαβητές σημαίνει ότι η Ελλάδα, αν θέλει να ενισχύσει τον ρόλο της ως ενεργειακός και διαμετακομιστικός κόμβος της Ανατολικής Μεσογείου, οφείλει να εμβαθύνει τις σχέσεις της με αυτά τα κράτη σε θεσμικό επίπεδο. Η μελλοντική ανοικοδόμηση της Γάζας και οι περιφερειακές επενδύσεις σε υποδομές μπορούν να δημιουργήσουν ευκαιρίες για ελληνικές τεχνικές, ναυτιλιακές και ενεργειακές επιχειρήσεις, υπό την προϋπόθεση ότι η Αθήνα θα κινηθεί έγκαιρα σε ένα περιβάλλον όπου η ασφάλεια και τα κεφάλαια κινούνται πλέον χέρι-χέρι.






