Η κυβέρνηση φέρνει στη Βουλή το νομοσχέδιο εφαρμογής του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, με τον Θάνο Πλεύρη να το παρουσιάζει ως υποχρεωτικό ευρωπαϊκό πλαίσιο ισορροπίας. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης απαντούν με σφοδρή κριτική, από την «ισχνή αλληλεγγύη» έως την καταγγελία για «βάρβαρη τομή» στα δικαιώματα προσφύγων και μεταναστών.
Η πρώτη συζήτηση στην αρμόδια Επιτροπή της Βουλής για την «Εφαρμογή του Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο» ανέδειξε ότι το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο δεν είναι απλώς τεχνική προσαρμογή, αλλά σημείο αιχμής για την κατεύθυνση της ελληνικής μεταναστευτικής πολιτικής. Ο Θάνος Πλεύρης επιχείρησε να το παρουσιάσει ως αναπόφευκτη ευρωπαϊκή υποχρέωση και ταυτόχρονα ως ευκαιρία ενίσχυσης των χωρών πρώτης υποδοχής, ενώ σχεδόν όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης το αντιμετώπισαν ως επιλογή με βαριές πολιτικές και θεσμικές συνέπειες.
Τι λέει η κυβέρνηση για το νέο ευρωπαϊκό πλαίσιο;
Ο υπουργός Μετανάστευσης και Ασύλου περιέγραψε το Σύμφωνο ως «πρώτη συγκροτημένη πολιτική» της ΕΕ για κοινή μεταναστευτική γραμμή, επιμένοντας ότι πρόκειται για Κανονισμό, άρα για δεσμευτικό πλαίσιο για όλα τα κράτη-μέλη. Το παρουσίασε ως προϊόν ισορροπίας ανάμεσα στις χώρες πρώτης υποδοχής, όπως η Ελλάδα, που ζητούν να μην σηκώνουν μόνες τους το βάρος των ροών, και στις χώρες δεύτερης υποδοχής που δεν θέλουν να λειτουργούν οι πρώτες ως διαμετακομιστικά κέντρα.
Ο Θάνος Πλεύρης τόνισε ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο ασύλου «γίνεται πολύ πιο αυστηρό» σε σχέση με το παρελθόν, υποστηρίζοντας ότι ο πραγματικός δικαιούχος ασύλου «δεν χάνει τίποτα» από τα δικαιώματά του. Παράλληλα, αναγνώρισε ότι η προβλεπόμενη αλληλεγγύη προς τις χώρες πρώτης γραμμής είναι θεσμοθετημένη αλλά όχι στο εύρος που θα επιθυμούσε η Ελλάδα, ειδικά στο σκέλος των μετεγκαταστάσεων.
Κλειστές δομές, βιομετρικά και Κέντρα Επιστροφών
Η ουσιαστική τομή του Συμφώνου, όπως την περιέγραψε ο υπουργός, αφορά τον διαχωρισμό ανάμεσα σε αιτούντες με «προσφυγικό προφίλ» άνω του 20% και σε όσους θεωρείται πιθανό να μην λάβουν άσυλο. Οι πρώτοι θα οδηγούνται σε ανοικτές δομές, όπως σήμερα, ενώ οι δεύτεροι θα παραμένουν έως 12 εβδομάδες σε κλειστές δομές κατά την εξέταση του αιτήματός τους, ώστε να είναι εφικτή η άμεση επιστροφή σε περίπτωση απόρριψης.
Η υποχρεωτική καταγραφή βιομετρικών και λοιπών στοιχείων για όλους όσοι εισέρχονται στη χώρα, που προβλέπεται από το νέο πλαίσιο, υπερασπίστηκε από τον Θάνο Πλεύρη ως μέτρο που δεν παραβιάζει τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αντίθετα, το ενέταξε σε μια λογική αυστηρής διαχείρισης των ροών και διαχωρισμού προσφύγων από παράτυπους οικονομικούς μετανάστες, με στόχο την επιτάχυνση των διαδικασιών και την ενίσχυση των επιστροφών.
Εκτός ΕΕ Κέντρα Επιστροφών και «ασφαλείς τρίτες χώρες»
Κεντρικός πυλώνας της κυβερνητικής επιχειρηματολογίας είναι η δημιουργία Κέντρων Επιστροφών σε τρίτες χώρες, εκτός ΕΕ, για όσους έχει απορριφθεί οριστικά το αίτημα ασύλου και δεν μπορούν να επιστραφούν στις χώρες καταγωγής τους λόγω έλλειψης συνεργασίας. Ο Θάνος Πλεύρης αποκάλυψε ότι η Ελλάδα, μαζί με τη Γερμανία, την Αυστρία, την Ολλανδία και τη Δανία, έχει συμφωνήσει να προχωρήσει σε περισσότερα από ένα τέτοια κέντρα.
Τα Κέντρα αυτά, όπως υπογράμμισε, δεν θα αφορούν αιτούντες άσυλο, αλλά όσους έχουν απορριφθεί και παραμένουν στην Ευρώπη. Η προοπτική παραμονής σε κλειστή δομή και εν συνεχεία μεταφοράς σε Κέντρο Επιστροφής σε τρίτη χώρα παρουσιάστηκε από τον υπουργό ως «αποτρεπτική πίεση» για τους παράτυπους οικονομικούς μετανάστες. Παράλληλα, υπερασπίστηκε τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως «ασφαλούς χώρας», υπενθυμίζοντας ότι αυτό κατοχυρώθηκε ήδη το 2016 με την Κοινή Δήλωση Ελλάδας – Τουρκίας επί κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, και συμπεριέλαβε ρητά την Αίγυπτο, το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές στις «ασφαλείς τρίτες χώρες».
Η αντιπολίτευση καταγγέλλει υποκρισία, έλλειψη αλληλεγγύης και αυταρχισμό
Η συζήτηση εξελίχθηκε σε μετωπική σύγκρουση, με τον υπουργό να κατηγορεί για «υποκρισία» το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ και άλλα κόμματα, επειδή, όπως είπε, οι ευρωβουλευτές τους ή οι πολιτικές τους ομάδες στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνέβαλαν στην έγκριση του Συμφώνου και του Κανονισμού Επιστροφών, ενώ τώρα διαφωνούν με τους Κόμβους Επιστροφών. Υπενθύμισε ότι το Σύμφωνο εγκρίθηκε με βάση την αρχή της πλειοψηφίας και όχι της ομοφωνίας, άρα χωρίς δικαίωμα βέτο από μεμονωμένα κράτη.
Απέναντι, ο Παύλος Χρηστίδης για το ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝΑΛ δήλωσε «επιφύλαξη» επί της Αρχής, ασκώντας όμως σκληρή κριτική τόσο στο περιεχόμενο όσο και στη διαδικασία. Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι αντιμετωπίζει το Κοινοβούλιο χωρίς ουσιαστική ενημέρωση για το σχέδιο εφαρμογής του Συμφώνου, κάνοντας λόγο για «περίληψη τύπου τεχνητής νοημοσύνης» αντί πραγματικής έκθεσης συνεπειών. Πολιτικά, χαρακτήρισε την ευρωπαϊκή συμφωνία προϊόν συμβιβασμού υπό την πίεση της ανόδου της ακροδεξιάς και έκρινε την προβλεπόμενη αλληλεγγύη ως «ισχνή», μακριά από τον αναλογικό επιμερισμό αιτούντων άσυλο που ζητούσε η ευρωομάδα του κόμματος.
ΣΥΡΙΖΑ, Νέα Αριστερά και Πλεύση μιλούν για σκληρή στροφή της Ευρώπης
Ο Γιώργος Ψυχογιός για τον ΣΥΡΙΖΑ δήλωσε ότι το κόμμα «καταψηφίζει» το νομοσχέδιο, προβάλλοντας ως εναλλακτικό πλαίσιο το Σύμφωνο Μετανάστευσης του ΟΗΕ στο Μαρακές. Μίλησε για ανάγκη κανόνων για όλους, μετεγκαταστάσεων, νόμιμων και ασφαλών διόδων και αυστηρού σεβασμού του διεθνούς δικαίου, υποστηρίζοντας ότι αυτή η προσέγγιση είναι που μπορεί να χτυπήσει τα εγκληματικά δίκτυα και να διασφαλίσει δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Ακόμη πιο αιχμηρή ήταν η Νέα Αριστερά. Ο Θοδωρής Δρίτσας κατήγγειλε ότι το Σύμφωνο και το νομοσχέδιο έχουν ως «αρχή» το «κάντε τους το βίο αβίωτο», αποδίδοντας στην κυβέρνηση Μητσοτάκη και στον Θάνο Πλεύρη μια πολιτική που, όπως είπε, είναι μισαλλόδοξη και ρατσιστική και δεν ευνοεί τα συμφέροντα της Ελλάδας και του ελληνικού λαού. Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Αλέξανδρος Καζαμίας της Πλεύσης Ελευθερίας χαρακτήρισε το Σύμφωνο «εντελώς αντίθετο» προς το διεθνές δίκαιο, τοποθετώντας το σε «ακροδεξιά» κατεύθυνση σε σχέση με τις διεθνείς υποχρεώσεις προστασίας.
ΚΚΕ, Ελληνική Λύση και Νίκη από διαφορετικές αφετηρίες, κοινό «όχι»
Το ΚΚΕ, μέσω της Μαρίας Κομνηνάκα, επανέλαβε ότι είναι το μοναδικό κόμμα που καταψήφισε το Σύμφωνο από την πρώτη στιγμή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καταγγέλλοντας το ως «νέα βάρβαρη τομή» σε βάρος προσφύγων και μεταναστών. Η βουλευτής συνέδεσε το Σύμφωνο με την ευρύτερη εμπλοκή της ΕΕ σε ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς και με μια ενιαία, όπως είπε, ρατσιστική πολιτική απέναντι στους λαούς, ασκώντας κριτική και σε ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ για τις προηγούμενες στάσεις τους.
Από την πλευρά της Ελληνικής Λύσης, ο Βασίλης Γραμμένος δήλωσε «επιφύλαξη» αλλά ξεκαθάρισε ότι το κόμμα κινείται «στη γραμμή καταψήφισης». Περιέγραψε το νομοσχέδιο ως ένα πυκνό πλέγμα διαδικασιών, ελέγχων, βιομετρικών δεδομένων και υπερεθνικής εποπτείας, πίσω από το οποίο, όπως υποστήριξε, κρύβεται ένα κενό: η απουσία ξεκάθαρης απάντησης στο «ποιος μπαίνει, ποιος μένει, ποιος αποχωρεί». Κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι δεν εξασφαλίζει πραγματική αποτροπή, ουσιαστική πολιτική επιστροφών και προστασία των συνόρων, θέτοντας το ζήτημα ως θέμα κυριαρχίας.
Η Νίκη, μέσω του Σπύρου Τσιρώνη, επιτέθηκε στην ευρωπαϊκή πολιτική ως «αποτυχημένη, ιδεοληπτική και επικίνδυνα χαλαρή», επιμένοντας ότι η Ελλάδα παραμένει κύρια πύλη εισόδου με εντεινόμενες ροές από Λιβύη προς Γαύδο και Κρήτη, αλλά και από την Τουρκία προς τα νησιά του Ανατολικού και Βορείου Αιγαίου. Κατά τον βουλευτή, το Σύμφωνο και η εθνική του υλοποίηση δεν αγγίζουν τις ρίζες του προβλήματος, δεν θωρακίζουν τα σύνορα, δεν επιβάλλουν άμεσες επιστροφές ούτε τιμωρούν χώρες που εργαλειοποιούν τη μετανάστευση, ενώ τα νέα γραφειοκρατικά στάδια και τα οικονομικά βοηθήματα λειτουργούν ως «παράγοντες έλξης».
Η θεσμική διάσταση: υποχρεωτικός Κανονισμός ή πολιτική επιλογή;
Πίσω από τις σκληρές διατυπώσεις, η αντιπαράθεση αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης εθνικής κυριαρχίας και ευρωπαϊκής δέσμευσης. Ο Θάνος Πλεύρης επενδύει στο επιχείρημα ότι ο Κανονισμός είναι υποχρεωτικός, άρα η Ελλάδα οφείλει να τον εφαρμόσει, επιχειρώντας να μεταφέρει το κέντρο βάρους από την πολιτική επιλογή στο νομικό καθήκον. Ωστόσο, οι αντιδράσεις των κομμάτων δείχνουν ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται στην τυπική συμμόρφωση, αλλά αφορά τον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση μεταφράζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο σε εθνική πολιτική.
Η κριτική για την έλλειψη ουσιαστικής κοινοβουλευτικής ενημέρωσης, για το περιεχόμενο του σχεδίου εφαρμογής που δεν έχει δημοσιοποιηθεί, αλλά και για τη φιλοσοφία των κλειστών δομών και των Κέντρων Επιστροφών, αναδεικνύει ένα βαθύτερο ερώτημα: αν η Ελλάδα απλώς προσαρμόζεται σε ένα αυστηρότερο ευρωπαϊκό περιβάλλον ή αν επιλέγει να βρεθεί στην αιχμή μιας πολιτικής που δίνει προτεραιότητα στην αποτροπή και τις επιστροφές έναντι της προστασίας και της κατανομής ευθύνης εντός της Ένωσης.
Σχόλιο
: Για τον Έλληνα πολίτη, η εφαρμογή του Συμφώνου σημαίνει ότι η χώρα μπαίνει σε φάση πιο αυστηρής και πιο τυποποιημένης διαχείρισης των ροών, με κλειστές δομές, βιομετρική καταγραφή και ενισχυμένες διαδικασίες επιστροφών. Αυτό μπορεί να μειώσει την αβεβαιότητα σε τοπικές κοινωνίες που σηκώνουν δυσανάλογο βάρος, αλλά ταυτόχρονα ενισχύει τον ρόλο της Ελλάδας ως «φίλτρου» της Ευρώπης, με περιορισμένη ουσιαστική αλληλεγγύη σε μετεγκαταστάσεις. Η πολιτική σύγκρουση γύρω από το αν η χώρα διεκδικεί περισσότερη ευρωπαϊκή στήριξη ή αποδέχεται έναν ρόλο μόνιμης ζώνης ανάσχεσης θα καθορίσει όχι μόνο τις συνθήκες διαβίωσης προσφύγων και μεταναστών, αλλά και το πώς κατανέμονται οι πόροι, οι υποδομές και οι ευθύνες ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια. Σε κάθε περίπτωση, η μεταναστευτική πολιτική παύει να είναι ζήτημα μόνο ανθρωπισμού ή ασφάλειας και γίνεται ταυτόχρονα ζήτημα θεσμικής ισορροπίας μέσα στην ΕΕ και εσωτερικής πολιτικής αξιοπιστίας.






