Η επικείμενη συνάντηση μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ δεν είναι μια απλή διπλωματική στιγμή. Είναι ένα high-stakes negotiation όπου η ισορροπία ισχύος έχει ήδη αρχίσει να μεταβάλλεται πριν καν ξεκινήσει. Και ο βασικός καταλύτης αυτής της μεταβολής είναι ο πόλεμος στο Ιράν.
Η στρατηγική της Ουάσινγκτον βασίστηκε σε ένα κλασικό δόγμα: γρήγορη στρατιωτική πίεση, πολιτική κάμψη του αντιπάλου και ταχεία μετάβαση σε διαπραγμάτευση από θέση ισχύος. Στην πράξη συνέβη το αντίθετο. Ο πόλεμος εξελίχθηκε σε παρατεταμένη κρίση χαμηλής έντασης, χωρίς καθαρό αποτέλεσμα, με το Ιράν να διατηρεί κρίσιμους μοχλούς πίεσης και να αρνείται να παίξει τον ρόλο του «ηττημένου» που είχε προεξοφλήσει η Ουάσινγκτον.
Το στρατηγικό λάθος αποτυπώνεται στο Στενό του Ορμούζ. Εκεί όπου περνά περίπου το 20% των παγκόσμιων ροών ενέργειας, η Τεχεράνη κατάφερε να μετατρέψει έναν γεωγραφικό διάδρομο σε εργαλείο οικονομικού πολέμου. Δεν χρειάστηκε να κερδίσει στο πεδίο. Αρκούσε να ανεβάσει το κόστος για όλους τους άλλους. Και το κατάφερε.
Οι επιπτώσεις είναι πολλαπλές και αλυσιδωτές. Οι τιμές της ενέργειας ανεβαίνουν, οι αγορές γίνονται νευρικές, ο πληθωρισμός επιστρέφει ως πολιτικό πρόβλημα και οι κυβερνήσεις αναγκάζονται να επαναπροσδιορίσουν προτεραιότητες. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Ηνωμένες Πολιτείες πρόεδρος δεν εμφανίζεται ως stabilizer, αλλά ως μέρος της αστάθειας. Και αυτό αλλάζει το narrative.
Η Κίνα παρακολουθεί χωρίς να βιάζεται. Για το Πεκίνο, η κρίση είναι διπλής ανάγνωσης. Από τη μία, πλήττει ενεργειακά την οικονομία του, αφού εξαρτάται από τις εισαγωγές. Από την άλλη, δημιουργεί ένα παράθυρο στρατηγικής ευκαιρίας. Όσο οι ΗΠΑ είναι εγκλωβισμένες στη Μέση Ανατολή, τόσο μειώνεται η δυνατότητά τους να επικεντρωθούν στον Ινδο-Ειρηνικό και σε κρίσιμα μέτωπα όπως η Ταϊβάν.
Αυτό που αλλάζει ουσιαστικά είναι η αντίληψη ισχύος. Η γεωπολιτική δεν λειτουργεί μόνο με βάση τα δεδομένα, αλλά με βάση τις εντυπώσεις. Και η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι μια υπερδύναμη δεν μπορεί να επιβάλει ταχύ αποτέλεσμα απέναντι σε έναν σαφώς μικρότερο αντίπαλο. Αυτό δημιουργεί προηγούμενο. Και τα προηγούμενα στη διεθνή πολιτική είναι currency.
Παράλληλα, η στρατηγική «απρόβλεπτης ισχύος» που ακολουθεί ο Τραμπ δείχνει τα όριά της. Η θεωρία λέει ότι η αστάθεια σε κάνει επικίνδυνο και άρα αποτρεπτικό. Στην πράξη, όμως, όταν η αστάθεια δεν συνοδεύεται από αποτελέσματα, μετατρέπεται σε ένδειξη αδυναμίας. Το Πεκίνο έχει ήδη προσαρμοστεί σε αυτό το μοτίβο. Δεν αιφνιδιάζεται. Περιμένει.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα για την Ουάσινγκτον είναι ότι η κρίση στο Ιράν δεν είναι απομονωμένη. Συνδέεται με την ενεργειακή αγορά, με τις εμπορικές ροές, με τις σχέσεις με συμμάχους και με την εσωτερική πολιτική πίεση. Όταν όλα αυτά συσσωρεύονται, η διαπραγματευτική ισχύς διαβρώνεται. Όχι θεαματικά, αλλά σταδιακά και επίμονα.
Στο τραπέζι της συνόδου, ο Τραμπ θα επιχειρήσει να διατηρήσει την εικόνα του dominant negotiator. Ο Σι, αντίθετα, θα κινηθεί πιο μεθοδικά. Δεν χρειάζεται να συγκρουστεί. Αρκεί να εκμεταλλευτεί τις αντιφάσεις της άλλης πλευράς. Σε τέτοιου τύπου διαπραγματεύσεις, ο χρόνος λειτουργεί υπέρ εκείνου που έχει μεγαλύτερη αντοχή. Και εδώ η Κίνα έχει δομικό πλεονέκτημα.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο είναι οι σύμμαχοι. Χώρες της Ασίας που παραδοσιακά στηρίζονταν στην αμερικανική ομπρέλα ασφαλείας αρχίζουν να επανεξετάζουν τη θέση τους. Όχι επειδή αλλάζουν στρατόπεδο, αλλά επειδή δεν είναι βέβαιες για τη σταθερότητα της αμερικανικής στρατηγικής. Αυτό δημιουργεί ένα grey zone, το οποίο η Κίνα αξιοποιεί μεθοδικά, επεκτείνοντας την επιρροή της χωρίς άμεση σύγκρουση.
Στο οικονομικό επίπεδο, η κρίση ενέργειας λειτουργεί επίσης υπέρ του Πεκίνου. Η Κίνα έχει ήδη ενισχύσει τα στρατηγικά της αποθέματα και διαφοροποιεί τις πηγές προμήθειας. Αντίθετα, οι δυτικές οικονομίες παραμένουν πιο εκτεθειμένες σε βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις. Αυτό μεταφράζεται σε διαφορετική διαπραγματευτική άνεση.
Το bottom line είναι ξεκάθαρο. Ο πόλεμος στο Ιράν δεν είναι απλώς ένα ακόμη γεωπολιτικό επεισόδιο. Είναι παράγοντας που επηρεάζει άμεσα τη διαπραγματευτική θέση των ΗΠΑ απέναντι στην Κίνα. Και σε ένα περιβάλλον όπου κάθε κίνηση μετράει, αυτό το handicap δεν είναι αμελητέο.
SBC σχόλιο: Ο Τραμπ μπαίνει σε μια από τις πιο κρίσιμες διαπραγματεύσεις της θητείας του με ανοιχτό μέτωπο, αυξημένο πολιτικό κόστος και μειωμένη αξιοπιστία αποτελέσματος. Σε καθαρά επιχειρηματικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι διαπραγματεύεται χωρίς πλήρη έλεγχο των μεταβλητών. Η Κίνα δεν χρειάζεται να πιέσει επιθετικά. Αρκεί να εκμεταλλευτεί τη φθορά. Και αυτό είναι συνήθως πιο αποτελεσματικό από μια μετωπική σύγκρουση.







