Ο Σεργκέι Λαβρόφ ανεβάζει τους τόνους, κατηγορώντας την Ουάσινγκτον ότι επιχειρεί να ελέγξει τον αγωγό Nord Stream με εξαγορά ευρωπαϊκών μεριδίων. Πίσω από τη ρητορική, διακυβεύεται η αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής ενεργειακής ασφάλειας για την επόμενη δεκαετία.
Η συζήτηση για τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ενεργειακή αρχιτεκτονική επανέρχεται στο προσκήνιο, μετά τις δηλώσεις του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αποκτήσει έλεγχο επί του αγωγού Nord Stream. Μιλώντας σε συνέντευξη στο RT India, ο Λαβρόφ υποστήριξε ότι οι ΗΠΑ θέλουν να αγοράσουν το τμήμα που ανήκε σε ευρωπαϊκές εταιρείες, «περίπου δέκα φορές» φθηνότερα από το αρχικό ευρωπαϊκό επενδυτικό κόστος.
Τι υποστηρίζει η Μόσχα για τον Nord Stream
Ο Λαβρόφ ισχυρίστηκε ότι «οι Αμερικανοί θέλουν να αγοράσουν το μερίδιο που ανήκε σε ευρωπαϊκές εταιρείες», παρουσιάζοντας την υπόθεση ως προσπάθεια οικονομικής και πολιτικής χειραγώγησης της ευρωπαϊκής ενεργειακής αγοράς. Συνέδεσε, επίσης, την αμερικανική στάση με τις εκρήξεις του 2022 που κατέστρεψαν τρεις από τις τέσσερις γραμμές των αγωγών Nord Stream στη Βαλτική Θάλασσα, κατηγορώντας την Ουάσινγκτον ότι πλέον «ρίχνει την ευθύνη στους Ουκρανούς».
Κατά τον Ρώσο υπουργό, αν οι ΗΠΑ αποκτήσουν τον έλεγχο του μεριδίου που είχαν ευρωπαϊκές εταιρείες, «οι τιμές δεν θα είναι πλέον αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ προμηθευτή, Ρωσίας, και Γερμανίας· θα υπαγορεύονται από τους Αμερικανούς». Η Μόσχα εξακολουθεί να χαρακτηρίζει τις εκρήξεις του Σεπτεμβρίου 2022 ως «δολιοφθορά», εντάσσοντάς τες σε ένα ευρύτερο αφήγημα περί υπονόμευσης των ρωσο-ευρωπαϊκών ενεργειακών δεσμών.
Η γεωπολιτική διάσταση: από τον αγωγό στο θεσμικό έλεγχο
Πέρα από τη ρητορική, οι δηλώσεις Λαβρόφ φωτίζουν τη μακροχρόνια σύγκρουση για το ποιος θα καθορίζει τους κανόνες της ευρωπαϊκής αγοράς φυσικού αερίου. Ο Nord Stream, σχεδιασμένος για τη μεταφορά ρωσικού αερίου στη Γερμανία μέσω Βαλτικής, ήταν για χρόνια σύμβολο αλληλεξάρτησης μεταξύ Βερολίνου και Μόσχας. Μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία, η ΕΕ έχει στραφεί σε ταχεία απεξάρτηση από το ρωσικό αέριο, αυξάνοντας θεαματικά τις εισαγωγές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) από τις ΗΠΑ και άλλους προμηθευτές.
Η ρωσική πλευρά αξιοποιεί αυτή την πραγματικότητα για να υποστηρίξει ότι η Ουάσινγκτον δεν περιορίζεται σε ρόλο προμηθευτή, αλλά επιδιώκει ρυθμιστικό και τιμολογιακό έλεγχο στην ευρωπαϊκή αγορά. Από την άλλη, για τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, η μείωση της ρωσικής παρουσίας θεωρείται αναγκαίο «ασφάλιστρο κινδύνου» έναντι της γεωπολιτικής εργαλειοποίησης της ενέργειας από τη Μόσχα. Το αποτέλεσμα είναι μια σταδιακή μετατόπιση της εξάρτησης: λιγότερο ρωσικό αέριο, περισσότερο LNG, με σημαντικό βάρος στις ΗΠΑ.
Ευρώπη ανάμεσα σε δύο εξαρτήσεις;
Το βασικό ερώτημα για την επόμενη δεκαετία είναι αν η Ευρώπη θα αντικαταστήσει μια μονομερή εξάρτηση (από τη Ρωσία) με μια νέα, λιγότερο ορατή αλλά εξίσου κρίσιμη (από αμερικανικό LNG και αμερικανικές εταιρείες). Οι κατηγορίες Λαβρόφ περί «αμερικανικού ελέγχου τιμών» είναι προφανώς πολιτικά φορτισμένες, ωστόσο αναδεικνύουν μια πραγματική ανησυχία: πόσο αυτοδύναμη μπορεί να είναι η ΕΕ στις στρατηγικές υποδομές ενέργειας, όταν μεγάλα τμήματα της αγοράς της στηρίζονται σε εισαγόμενους προμηθευτές και συμβάσεις μακράς διάρκειας.
Σε θεσμικό επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση επιχειρεί να απαντήσει μέσω κοινών μηχανισμών προμήθειας, αυστηρότερων κανόνων ανταγωνισμού και επιτάχυνσης των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και αποθήκευση. Ωστόσο, η μεταβατική περίοδος μέχρι την πλήρη ενεργειακή μετάβαση θα παραμείνει περίοδος έντονου γεωπολιτικού παζαριού, όπου κάθε κίνηση –από τη Μόσχα, την Ουάσινγκτον ή τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες– θα διαμορφώνει όχι μόνο τιμές, αλλά και θεσμικούς συσχετισμούς ισχύος.
Σχόλιο
: Για την ελληνική οικονομία, η διαμάχη γύρω από τον Nord Stream υπενθυμίζει ότι η ενεργειακή ασφάλεια δεν είναι μόνο θέμα υποδομών, αλλά και θεσμικού ελέγχου των πηγών και των τιμών. Η Ελλάδα, ως αναδυόμενος κόμβος LNG και διαμετακόμισης φυσικού αερίου στην Ανατολική Μεσόγειο και τα Βαλκάνια, ωφελείται βραχυπρόθεσμα από τη διαφοροποίηση της Ευρώπης, αλλά κινδυνεύει να βρεθεί «συμπιεσμένη» ανάμεσα σε αμερικανικά, ρωσικά και περιφερειακά συμφέροντα. Η στρατηγική πρόκληση είναι να αξιοποιηθούν τα έσοδα και η γεωπολιτική αναβάθμιση για επενδύσεις σε εγχώριες ΑΠΕ, διασυνδέσεις και αποθήκευση, ώστε η χώρα να μη μετατραπεί απλώς σε διάδρομο διέλευσης, αλλά σε κόμβο με ουσιαστικό βαθμό ενεργειακής και θεσμικής αυτονομίας.






