Ας το πούμε καθαρά: η πρόταση για αύξηση της φορολογίας στα μερίσματα στο 21% δεν είναι «τεχνική προσαρμογή». Είναι πολιτική επιλογή με ξεκάθαρο αποτέλεσμα — αποθάρρυνση επενδύσεων και ώθηση κεφαλαίων εκτός Ελλάδας.
Η τοποθέτηση του Γαβριήλ Σακελλαρίδης και της Νέα Αριστερά ντύνεται με τον όρο «φορολογική δικαιοσύνη», αλλά η αγορά δεν λειτουργεί με αφηγήματα. Λειτουργεί με καθαρό καθαρό αποτέλεσμα μετά φόρων. Και εκεί το μήνυμα είναι αρνητικό.
Η Ελλάδα ήδη επιβαρύνει την επιχειρηματική δραστηριότητα με ένα σύστημα που συνδυάζει εταιρικό φόρο, φόρο μερισμάτων και προκαταβολή φόρου. Αν προστεθεί το 21% στο μέρισμα, το συνολικό βάρος δεν γίνεται «ευρωπαϊκό». Γίνεται μη ανταγωνιστικό. Στην πράξη, δημιουργείται ένα περιβάλλον όπου το κεφάλαιο τιμωρείται τη στιγμή που διανέμεται.
Αυτό έχει άμεση συνέπεια: ο επενδυτής αρχίζει να σκέφτεται εναλλακτικές έδρες. Και εδώ δεν μιλάμε θεωρητικά. Το precedent υπάρχει. Η μετάβαση του Allwyn εκτός ελληνικής φορολογικής πραγματικότητας μετά τη σύνδεσή της με τον ΟΠΑΠ ήταν ένα καθαρό case study. Όταν το πλαίσιο γίνεται ασφυκτικό, οι εταιρείες δεν διαπραγματεύονται — μετακινούνται.
Η συγκεκριμένη πρόταση λειτουργεί ακριβώς ως επιταχυντής αυτής της τάσης. Δεν θα διώξει μόνο ξένα κεφάλαια. Θα δημιουργήσει και ισχυρό κίνητρο για ελληνικές εταιρείες να εξετάσουν relocation. Και αυτό δεν γίνεται από «ιδεολογία». Γίνεται από αριθμητική.
Το επιχείρημα ότι «είναι ο μέσος όρος της Ευρώπης» καταρρέει στην πράξη. Γιατί η Ευρώπη δεν είναι μόνο ένας συντελεστής. Είναι συνολικό οικοσύστημα: σταθερότητα, χαμηλότερες προκαταβολές, προβλεψιμότητα. Αν πάρεις μόνο το 21% και το τοποθετήσεις πάνω σε ένα ήδη βαρύ και ασταθές σύστημα, δεν συγκλίνεις με την Ευρώπη — απομακρύνεσαι.
Και εδώ βρίσκεται το πραγματικό ρίσκο: η Ελλάδα δεν χάνει απλώς επενδύσεις. Χάνει credibility. Το μήνυμα προς την αγορά γίνεται ότι το φορολογικό πλαίσιο μπορεί να αλλάξει επιθετικά και ιδεολογικά. Για το διεθνές κεφάλαιο, αυτό μεταφράζεται σε risk premium. Και το risk premium σημαίνει ακριβότερο χρήμα ή καθόλου χρήμα.
Η ειρωνεία είναι ότι τέτοιες πολιτικές παρουσιάζονται ως αναπτυξιακές. Στην πράξη, κάνουν το ακριβώς αντίθετο. Περιορίζουν τη δημιουργία νέου κεφαλαίου, μειώνουν τα κίνητρα για reinvestment και ενισχύουν τη λογική «πάρε τα κέρδη και φύγε».
Σε ένα περιβάλλον όπου η Ελλάδα προσπαθεί να επανατοποθετηθεί ως επενδυτικός προορισμός, τέτοιες παρεμβάσεις λειτουργούν σαν αυτογκόλ. Όχι θεωρητικό — πρακτικό, με μετρήσιμες επιπτώσεις.
Το βασικό takeaway είναι απλό: όταν ανεβάζεις τη φορολογία στο σημείο που αλλοιώνεται η απόδοση του κεφαλαίου, δεν αναδιανέμεις πλούτο. Μειώνεις τη δημιουργία του.
SBC Σχολιο
Αν ο στόχος είναι περισσότερες επενδύσεις, αυτή η κατεύθυνση πάει ανάποδα. Δεν υπάρχει καμία αγορά που να έγινε επενδυτικός κόμβος αυξάνοντας επιθετικά τη φορολογία κεφαλαίου. Αντίθετα, υπάρχει πλούσια ιστορία χωρών που το δοκίμασαν και είδαν τα κεφάλαια να φεύγουν. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να επαναλάβει το ίδιο λάθος.







